Χρυσός Δράκος – Εθνικό Θέατρο

Εθνικό Θέατρο

Ο Χρυσός Δράκος του Ρόλαντ Σίμελπφενιχ

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010 – Νέα Σκηνή Νίκος Κούρκουλος

Άρχισα να παρακολουθώ την παράσταση εντελώς αδαής, όχι μόνο επειδή δεν είχα φροντίσει να πληροφορηθώ καν το θέμα, αλλά επειδή δεν είχα ξαναδεί ποτέ παράσταση της Κατερίνας Ευαγγελάτου. Είχα προλάβει μόνο από το πρόγραμμα να ξεκλέψω ότι το έργο ανήκει στον πολυγραφότατο, νέο και βραβευμένο δις για το έργο αυτό Ρόλαντ Σιμελπφένιχ και επίσης ότι με κάποιο τρόπο έχει να κάνει με την εμπορία και εκμετάλλευση ανθρώπων (από ένα άρθρο της Ιωάννας Σωτήρχου στην «Ελευθεροτυπία» που είχε συμπεριληφθεί στο πρόγραμμα).

Δεν άργησα να συνδέσω την τελευταία αυτή πληροφορία με την παράσταση: σε μία κουζίνα ελάχιστων τετραγωνικών, πέντε ασιάτες μαγειρεύουν ανατολίτικες συνταγές για τους πελάτες του εστιατορίου, κάπου σε κάποια πόλη της «πολιτισμένης» Ευρώπης. Ο μικρότερος εξ αυτών έχει τρομερό πονόδοντο, όμως επειδή είναι παράνομος στη χώρα δεν μπορεί να πάει σε οδοντίατρο. Παράλληλα με τους πέντε ασιάτες που μαγειρεύουν αδιάκοπα, παρακολουθούμε τις ιστορίες των γειτόνων τους, σε μία ατμόσφαιρα παιχνιδιάρικη, με γρήγορο ρυθμό και εμφανείς τις συνθήκες του θεάτρου: οι ηθοποιοί ορίζουν αυτοί πότε θα αρχίσει η παράσταση με ένα νεύμα, οι άντρες υποδύονται τους γυναικείους ρόλους και οι γυναίκες τους αντρικούς, οι νέοι τους γέρους και το αντίστροφο (καθ’ υπόδειξη του συγγραφέα), ενώ μεταμφιέζονται ενώπιων του κοινού μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα χρησιμοποιώντας απλώς κάποια αντικείμενα και αξεσουάρ, όπως ένα μαντήλι ή μία ποδιά. Ταυτόχρονα ερμηνεύουν και σχολιάζουν τους χαρακτήρες τους, χωρίς όμως αυτό να θυμίζει μπρεχτικό θέατρο, ο σχολιασμός γίνεται μέσω του λόγου κι όχι μέσω της ερμηνείας. Επίσης, στην παράσταση ακούγονται όλες οι σκηνικές οδηγίες, ακόμα και η υπόδειξη για «μικρή παύση». Μία επιλογή που δημιουργεί αρχικά ενόχληση και ίσως κούραση, παραμένει όμως τόσο συνεπής καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, που σε συνδυασμό με τον γρήγορο ρυθμό και την ικανότητα των ηθοποιών καταλήγει να είναι ατού, συνδετικός κρίκος μεταξύ των ιστοριών και πηγή γέλιου. Και ενώ στην αρχή δίνει ζωντάνια και αφήνει διάχυτη μία αίσθηση παιχνιδιού, το ίδιο ακριβώς αυτό εύρημα συντελεί στο τέλος στο να δημιουργηθεί ένα κλίμα εφιαλτικό και ασφυκτικό.

Μέσα σε όλη αυτή την ατμόσφαιρα, από την αρχή υπάρχει εμβόλιμη η ιστορία του τζίτζικα και του μέρμηγκα. Ο γνωστός μύθος του Αισώπου γίνεται εδώ μία σκοτεινή παραβολή που δηλητηριάζει το εύθυμο κλίμα της παράστασης, αναδεικνύοντας τα όσα σοβαρά δείχνονται στις σωστές τους διαστάσεις. Ο μέρμηγκας είναι ο αδίστακτος εκμεταλλευτής του τζίτζικα, τον εξαναγκάζει στην πορνεία και την κακομεταχείριση. Η ερμηνεία του ρόλου του μέρμηγκα και του μπακάλη από την ίδια ηθοποιό (Φ.Κομνηνού) είναι καίρια για τη σύνδεση της παραβολής με τον δραματικό χρόνο της παράστασης, αφού ο κατά τα άλλα φιλήσυχος μπακάλης είναι έμπορος λευκής σαρκός, που κρατά φυλακισμένη μία ασιάτισσα, ακριβώς πάνω από το εστιατόριο που δουλεύει ο αδερφός της που την αναζητά. Ο πονεμένος σύζυγος που τον εγκατέλειψε η γυναίκα του είναι αυτός που τελικά θα βγάλει την περισσότερη βία, χωρίς να πιστεύει ότι έκανε κάτι τρομερό σκοτώνοντας, οι ένοικοι θα συνεχίσουν τις ζωές τους θεωρώντας ότι έχουν τα τρομερότερα προβλήματα και αδιαφορώντας για την άθλια ζωή των μεταναστών κάτω από τα πόδια τους. Ακόμα και η κοπέλα που θα βρει το σάπιο βγαλμένο δόντι του κινέζου στη σούπα της, θα προβληματιστεί για λίγο και μετά θα το πετάξει στο ποτάμι. Όλοι εύχονται τα πράγματα να ήταν όπως πριν.

Η απλότητα της παράστασης είναι καθηλωτική. Κανένας διδακτισμός, καμία ηθική υπόδειξη. Η ματιά της Κατερίνας Ευαγγελάτου είναι καίρια και επιδέξια. Έχει βρει τον σωστό ρυθμό για να συνδέσει τις φαινομενικά άσχετες ιστορίες των 17 χαρακτήρων του έργου με μεστότητα και ευαισθησία, με συνεργάτες τους άψογους ηθοποιούς (Φιλαρέτη Κοµνηνού, Νίκος Χατζόπουλος, Εύη Σαουλίδου, Δηµήτρης Παπανικολάου, Νικόλας Αγγελής) που δίνουν μία υποκριτική στη λεπτομέρεια. Το σκηνικό των Αλεξάνδρας Μπουσουλέγκα και Ράνιας Υφαντίδου, μία ορθογώνια πλατφόρμα που φωτίζεται εσωτερικά ώστε να οριοθετεί κάθε φορά τον χώρο, επίτεινε την αίσθηση του παιχνιδιού. Μία παράσταση που δε διστάζει τα δείξει τους μηχανισμούς της, ένα έργο που ακούγεται ξεκάθαρα και δε διστάζει να ορθώσει έναν καθρέφτη στο κοινό, μιλώντας για τα σύγχρονα πάθη των μεταναστών, αλλά και τη σύγχρονη αδιαφορία στις χώρες υποδοχής.

 

Ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση Ρούσα Δάλλα
Σκηνοθεσία Κατερίνα Ευαγγελάτου
Σκηνικά – κοστούμια Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα – Ράνια Υφαντίδου
Μουσική Σταύρος Γασπαράτος
Φωτισμοί Σάκης Μπιρμπίλης

Διανομή:

Ο νεαρός άνδρας Νικόλας Αγγελής
Η γυναίκα πάνω από 60 Φιλαρέτη Κομνηνού
Ο άνδρας Δημήτρης Παπανικολάου
Η νεαρή γυναίκα Εύη Σαουλίδου
Ο άνδρας πάνω από 60 Νίκος Χατζόπουλος

 

 

Advertisements