Wajdi Mouawad

Συνέντευξη Τύπου με το Ουαζντί Μουαουάντ
για την παράσταση Γυναίκες στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού
Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

Συναντήσαμε τον λιβανέζο σκηνοθέτη, λίγες μέρες πριν την πολυαναμενώμενη παράσταση στο Ηρώδειο (στις 9 Ιουλίου). Πολύς λόγος είχε γίνει για τη συγκεκριμένη παράσταση και ιδιαίτερα για τη συμμετοχή σε αυτή, σε ρόλο κορυφαίου του Χορού-ροκ συγκροτήματος, Μπερτράν Καντά. Ο άλλοτε δημοφιλής τραγουδιστής του συγκροτήματος Noir Desir, άνοιξε μεγάλες συζητήσεις, καθώς έχει εκτίσει ποινή για τον ξυλοδαρμό μέχρι θανάτου της συντρόφου του και ήταν η πρώτη φορά από την αποφυλάκισή του που θα ξαναδιεκδικούσε το χειροκρότημα του κοινού. Στον Καναδά και τη Γαλλία η συμμετοχή του στην παράσταση δεν επιτράπηκε, καθώς ανθρωπιστικές και γυναικείες οργανώσεις διαμαρτυρήθηκαν έντονα (κάποιοι μίλησαν για πολιτικά παιχνίδια), ενώ λίγες ημέρες πριν την παράσταση στην Ελλάδα όλοι περίμεναν την αντίδραση των εγχώριων οργανώσεων και του Φεστιβάλ Αθηνών.

Ίσως λόγω αυτών να πήγαμε «ετοιμοπόλεμοι» στη συνέντευξη. Όμως ο άνθρωπος που αντικρίσαμε μας κέρδισε σχεδόν αμέσως. Μικροκαμωμένος και ήρεμος, μας μίλησε με πάθος για το όραμά του να σκηνοθετήσει όλες τις τραγωδίες του Σοφοκλή, με σκοπό να καταλήξει στην παρουσίαση και των επτά σε μία ημέρα, με τη χρονολογική σειρά που υποθέτουμε ότι γράφτηκαν. Μας μίλησε για το πόσο συναρπαστικό βρίσκει το να παρουσιαστεί μία σύγχρονη ανάγνωση των έργων (πολύ πιστή όμως στο κείμενο, τόνισε) σε ένα αρχαίο θέατρο, καθώς δημιουργείται έτσι μία «χρονική ανάμειξη», που έρχεται σε αντίθεση με τον χώρο του Ηρωδείου.

Το ζήτημα του Χορού προέκυψε άμεσα μόλις άρχισε να ασχολείται με την αρχαία τραγωδία και ιδιαίτερα το στοιχείο του που αφορά τη συλλογικότητα: «Ο εικοστός αιώνας υπήρξε ο αιώνας κατά τον οποίο αποδομήθηκε κάθε έννοια συλλογικότητας. Στον Λίβανο, απ΄όπου προέρχομαι, η συλλογικότητα γίνεται αντιληπτή μόνο μέσω του εμφυλίου πολέμου, μας είπε. Το να μιλούν 15 άτομα με μία φωνή είναι κάτι, που όχι μόνο δεν γνώρισα, αλλά με έμαθαν να το αντιμετωπίζω και με καχυποψία». Στην τραγωδία ο Μουαουάντ βρήκε ένα σύμπαν, στο οποίο παρότι τα συναισθήματα των ηρώων μεταβιβάζονται στον Χορό, το ασφυκτικό περιβάλλον στο οποίο ζουν οι πρωταγωνιστές (που επαναλαμβάνουν διαρκώς στον λόγο τους το «εγώ») αφορά αποκλειστικά αυτούς.

Και κάπως έτσι αρχίσαμε να περνάμε σιγά-σιγά στο ζήτημα της μουσικής. Όπως μας είπε, η αρχική του σκέψη για να ντύσει τις τραγωδίες, ήταν να ψάξει στη μουσική των πολυθεϊστικών θρησκειών. Καθώς όλες οι μουσικές που ερευνούσε έμοιαζαν καλές, έτσι κατάλαβε ότι καμία δεν ταίριαζε απόλυτα, αφού καμία δεν απέδιδε την τρέλα που ήθελε. Ξαναδιαβάζοντας την Αντιγόνη, πρόσεξε μια φράση του Χορού: ας πάμε να χορέψουμε όλη τη νύχτα, ας πάμε να γλεντήσουμε. Μόνο μία μουσική βίαιη, όπως η ροκ, θα μπορούσε να ταρακουνήσει τον Χορό κι έτσι άρχισε να δοκιμάζει διάφορα κομμάτια και είδη, ψάχνοντας τον ποιητικό ρομαντισμό που θα ταίριαζε καλύτερα. Κατέληξε στο ότι ο δικός του Χορός θα ήταν ένα ροκ συγκρότημα επί σκηνής.

Κι έτσι έφτασε η στιγμή των ερωτήσεων για τον Καντά. Η πρώτη ερώτηση τέθηκε από μία εκπρόσωπο της Γενικής Γραμματείας Ισότητας, ερώτηση νομίζω πολύ κατώτερη των περιστάσεων. Αποφάσισα να την μεταφέρω επακριβώς: «Γνωρίζουμε ότι στοεξωτερικό η συμμετοχή στην παράσταση του Μπερτράν Καντά απαγορεύτηκε. Εσείς πώς πιστεύετε ότι θα αντιδράσει το ελληνικό κοινό, που έχει και μία ιδιαίτερη σχέση με τον πατέρα της νεκρής, Ζαν-Λουί Τερντινιάν, ο οποίος είχε παίξει σε μία ελληνική ταινία;» (το «Ζ»_). Ο Μουαουάντ κράτησε τις αποστάσεις και εξήγησε την επιλογή του: «Από την αρχή θέλησα να δώσω ξανά θέση ανάμεσα στους ζωντανούς, σε έναν άνθρωπο που έχει εκτίσει την ποινή του. Δεν μπορώ να πω ότι όσοι διαφωνούν έχουν άδικο, ούτε δίκαιο, είναι θέση ηθικής του καθένα από εμάς». Ακολούθησε μία ερώτηση πολύ πιο εύστοχη από κάποια δημοσιογράφο: εμείς τον Καντά τον γνωρίζαμε ως καλλιτέχνη μόνο ως τραγουδιστή των Noir Desir. Εκτός από την καλλιτεχνική του ταυτότητα, η προσωπική του ιστορία υπήρξε παράγοντας για την επιλογή του στην παράσταση;

«Φυσικά υπήρξε σημαντικός παράγοντας. Ο αντίκτυπος της ιστορίας του Μπερτράν και η σύγκριση βεβαίως, υπάρχει και στη Διηάνειρα -που σκοτώνει χωρίς να θέλει τον Ηρακλή- και στην Αντιγόνη, αλλά από την αντίστροφη πλευρά. Υπήρξε έντονη σύγκριση. Καθώς κάναμε τις πρόβες ανακαλύψαμε ότι η συμβολική παρουσία του Μπερτράν επί σκηνής ήταν πάρα πολύ καίρια και ισχυρή, σε τέτοιο βαθμό ώστε όταν στεκόταν σε ένα σημείο της σκηνής να χαλάει όλο το αποτέλεσμα, ενώ σε ένα άλλο σημείο να λειτουργεί τέλεια. Όλοι οι άλλοι ηθοποιοί ήταν εύκολο να τοποθετηθούν επί σκηνής, όχι όμως αυτός. Ήταν μια πολύ συγκινητική διαδικασία και πολύ περίπλοκη και για εμάς και για τον ίδιο, καθώς πάντα κάτι παρέπεμπε στο γεγονός. Και ο ίδιος συγκινήθηκε αρκετές φορές, πολλές φορές αισθάνθηκε και αισθανθήκαμε ότι τα έργα αντικατοπτρίζουν τη δική του πτώση. Συνήθως, μεταξύ των ανθρώπων υπάρχει αμοιβαία εμπιστοσύνη, που στηρίζεται στο ότι αγνοούμε πράγματα για τη ζωή του άλλου. Εσείς ήρθατε εδώ γιατί με εμπιστεύεστε και αγνοείται πράγματα για τη ζωή μου κι εγώ ήρθα να απαντήσω στις ερωτήσεις σας γιατί σας εμπιστεύομαι, επειδή αγνοώ πράγματα για τη ζωή σας. Δεν ξέρω πώς μεγαλώνετε τα παιδιά σας ή τι κάνετε στο σπίτι σας, για αυτό ήρθα και γι αυτό ήρθατε. Ξέρουμε όμως όλοι τα πάντα για τη ζωή του Μπερτράν και γι αυτό προβάλλουμε πάνω του συναισθήματα, άλλοτε εύλογα, άλλοτε όχι».

Κανείς δε θέλησε να κάνει άλλες ερωτήσεις μετά από αυτήν την απάντηση. Πολλοί μου μετέφεραν ότι συγκινήθηκαν. Η παράσταση στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού έγινε κανονικά, με τη συμμετοχή του Μπερτράν Καντά. Οι οργανώσεις δεν προχώρησαν σε περαιτέρω δράσεις, πέραν ενός δελτίου τύπου ότι δε χειροκροτούν τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη. Η δεύτερη παράσταση (της Κυριακής 10/7) ακυρώθηκε για τεχνικούς λόγους. Ο Μπερτράν Καντά ήταν το πιο συγκλονιστικό κομμάτι ενός θεάματος που δεν δημιούργησε κανέναν ενθουσιασμό. Η προσωπική του ιστορία πραγματικά προσέδωσε ειδικό βάρος στην παράσταση, ενώ ο ίδιος με μια συγκλονιστική φωνή ερμήνευε τα χορικά, που ακροβατούσαν ανάμεσα σε σκληρό ροκ και ανατολίτικα μοιρολόγια ή αμανέδες. Και σαν καλλιτέχνης, ναι, άξιζε σίγουρα το χειροκρότημά μας.

Advertisements