Αρχαίο Δράμα – Καλοκαίρι 2012

Όρνιθες -ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κρήτης
Παρασκευή 31 Αυγούστου – Αρχαίο Θέατρο Άργους

Εκκλησιάζουσες – Θέατρο Νέου Κόσμου
Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου – Ωδείο Ηρώδου Αττικού

Οιδίπους Τύραννος – ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βόλου & αρτivities
Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου – Ωδείο Ηρώδου Αττικού

Ανάμεσα στις πολλές παραστάσεις αρχαίου δράματος του φετινού καλοκαιριού, οι τρεις παραπάνω ήταν αυτές που κατάφερα να παρακολουθήσω. Είχα μία ιδιαιτερότητα φέτος ως θεατής, ότι δεν είχα παρακολουθήσει ως συνήθως τις κριτικές και τα δημοσιεύματα για τις παραστάσεις, όπως επίσης ότι αγνοούσα και τους συντελεστές και τους ηθοποιούς τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να πηγαίνω να τις παρακολουθήσω σχεδόν χωρίς προσδοκίες, αν εξαιρέσουμε αυτές που έτσι κι αλλιώς δημιουργούνται σε οποιονδήποτε θεατή από το ίδιο το έργο και από το όνομα του σκηνοθέτη.

Όρνιθες από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κρήτης.

Για παράδειγμα, όσον αφορά την πρώτη παράσταση, τους Όρνιθες, κύριος παράγοντας επιλογής ήταν ότι δεν είχα επισκεφθεί ποτέ ούτε είχα παρακολουθήσει παράσταση στο Αρχαίο Θέατρο του Άργους. Βασική μου πληροφορία ήταν ότι σκηνοθετούσε ο Γιάννης Κακλέας, που η περσινή του δουλειά με είχε ικανοποιήσει αρκετά. Το εμπορικό «ατού» της παράστασης ήταν τα ονόματα των δύο πρωταγωνιστών, δηλαδή του Βασίλη Χαραλαμπόπουλου και του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου και το γεγονός ότι θα ακουγόταν η μουσική που είχε γράψει ο Χατζιδάκις για τους Όρνιθες του Κουν. Φαίνεται όμως ότι πέραν της εμπορικής επιτυχίας, δεν υπήρξαν άλλες βλέψεις από τον σκηνοθέτη, ο οποίος είχε επιμεληθεί και τη διασκευή του έργου. Μία διασκευή που επικέντρωνε όλη τη δράση στους δύο πρωταγωνιστές-ονόματα, οι οποίοι έμειναν σε ερμηνείες εξωτερικές, μέσα στη μανιέρα που έχουμε συνηθίσει να τους βλέπουμε. Εκτός του ότι οι υπόλοιποι ηθοποιοί είχαν αφεθεί να περιφέρονται κυριολεκτικά πάνω στη σκηνή, χωρίς αιτία και χωρίς σκοπό, επισκιάστηκαν εντελώς και μείνανε σε ρόλους κομπάρσου. Η ίδια η διασκευή υπέπεσε σε πολλές ευκολίες για να προκαλέσει το γέλιο, επιθεωρησιακού τύπου ατάκες παρμένες από την επικαιρότητα και δήθεν αστείες βωμολοχίες από αυτές που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τα τελευταία χρόνια σε όλες τις αριστοφανικές παραστάσεις. Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα της παράστασης ήταν η αισθητική της. Τρέντυ χορευτές περιδιάβαιναν τη σκηνή με τα φτερά τους, λικνιζόμενοι σε στυλ νυχτερινής εξόδου στα μπουζούκια, ενώ η Αηδόνα ντυμένη ως go go girl, με άσπρες ψηλές μπότες και άσπρο κορμάκι, επιδιδόταν σε σέξυ χορούς υπό τους ήχους του «Ω καλή μου ξανθιά» του Χατζιδάκι. Απερίγραπτη και εξοργιστική αισθητική, που σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα εξαφάνισε το έργο, αφήνοντας πολλά ερωτηματικά για την παραγωγή.

Δεύτερη παράσταση αρχαίου δράματος, ένας ακόμα Αριστοφάνης, από το Θέατρο του Νέου Κόσμου, παράσταση που επέλεξα να δω πραγματικά τυχαία: οι Εκκλησιάζουσες. Ήταν και η μεγαλύτερη έκπληξη του καλοκαιριού. Ένας θίασος με εμφανή καλή συνεργασία, αυτό που ονομάζουμε «χημεία», με πολύ καλές ερμηνείες (και τεράστια έκπληξη τον εκπληκτικό Κώστα Κόκλα), με πραγματικά όμορφα κοστούμια, με πολύ δουλεμένη κίνηση και ξεχωριστή μουσική, που έδινε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον στα χορικά. Και κυρίως με μία νέα απόδοση στα νέα ελληνικά, που πρότεινε ξεχωριστό τρόπο να φανούν οι παραλληλισμοί με το σήμερα. Η σκηνοθετική γραμμή επέλεξε, σε αυτό το πνεύμα, να προσδώσει στην  Πραξαγόρα μαντικές ιδιότητες για το μέλλον, έτσι ώστε να διευκολύνει την αναγωγή του αριστοφανικού κειμένου στην επικαιρότητα. Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος «μάζεψε» σε αυτή την παράσταση κάποιους από τους καλύτερους δημιουργούς της εποχής μας και το αποτέλεσμα δε μπορούσε παρά να είναι όχι μόνο ουσιαστικό και αισθητικά άρτιο, αλλά και αστείο και γαργαλιστικά πικρό, όπως αρμόζει στον Αριστοφάνη. Ίσως να πρόκειται για τη δεύτερη μόλις πραγματικά καλή παράσταση Αριστοφάνη που έχω παρακολουθήσει ως τώρα.

Εκκλησιάζουσες -η στιγμή της υπόκλισης.

Η μόνη τραγωδία που κατάφερα να παρακολουθήσω ήταν ο Οιδίπους Τύραννος, σε σκηνοθεσία ενός γνώριμου στο ελληνικό κοινό λιθουανού σκηνοθέτη, του Τσέζαρις Γκραουζίνις. Η τραγωδία αυτή έχει ιδιαίτερο βάρος, τόσο γιατί θεωρούταν ήδη από την αρχαιότητα ως υπόδειγμα έργου (αυτήν χρησιμοποιούσε ο Αριστοτέλης στην Ποιητική του ως παράδειγμα), όσο και γιατί η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού κοινού έχει μία παραπάνω εξοικείωση μαζί της, λόγω του ότι διδάσκεται το κείμενο στο λύκειο. Επομένως, οι προσδοκίες από μία παράσταση του έργο είναι αυξημένες. Η συγκεκριμένη ξεκίνησε με ένα τέχνασμα που βλέπουμε συχνά τελευταία στο ελληνικό θέατρο: ένας περιπλανώμενος θίασος μπαίνει στη σκηνή, μεταφέροντας όλα τα αντικείμενα και τα σκηνικά που χρειάζεται για την παράσταση. Υποθέτω πως το εύρημα αυτό χρησιμοποιείται τόσο συχνά γιατί θεωρείται πως προσδίδει μία έντονη θεατρικότητα στην παράσταση, κάνοντας εμφανές στο κοινό ότι πρόκειται για «παιχνίδι». Η έννοια του παιχνιδιού ήταν διάχυτη σε όλη την παράσταση, οι ηθοποιοί έπαιζαν μεταξύ τους και με τις φωνές τους και βοηθούσαν στις μεταμφιέσεις των άλλων. Ήταν σίγουρα μία παράσταση που είχε μία πρόταση παρουσίασης, μία παράσταση που δεν κοιτούσες το ρολόι σου, ωστόσο λίγο υπερφορτωμένη σε σκηνοθετικά ευρήματα. Στους δύο πρωταγωνιστικούς ρόλους, ο Αιμίλιος Χειλάκης δε φάνηκε να έχει το απαραίτητο βάρος για Οιδίποδας, ενώ αντίθετα ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης κέρδισε για άλλη μία φορά τις εντυπώσεις, ερμηνεύοντας τρεις ρόλους: Τειρεσία, Ιοκάστη και Θεράποντα. Εκτίμησα ιδιαίτερα το γεγονός ότι η τύφλωση του Οιδίποδα δεν αποδόθηκε με αίματα και λοιπά εφέ που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε, αλλά απλώς με μία αποστροφή του Οιδίποδα προς το φως: κρύβει με τα μπράτσα του τα μάτια του.

Ταυτότητα παραστάσεων:

Όρνιθες – ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κρήτης
Σκηνοθεσία-απόδοση κειμένου Γιάννης Κακλέας, μουσική Μάνος Χατζιδάκις, σκηνικά Μανόλης Παντελιδάκης, κοστούμια Βάλια Μαργαρίτη/Μανόλης Παντελιδάκης, χορογραφίες Κυριάκος Κοσμίδης, φωτισμοί Γιώργος Τέλλος, μουσική επιμέλεια/διδασκαλία Αλέξιος Πρίφτης

Ερμηνεύουν: Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, Κώστας Μπερικόπουλος, Γιώργος Χρυσοστόμου, Βαγγέλης Χατζηνικολάου, Σωκράτης Πατσίκας, Αγορίτσα Οικονόμου, Σταύρος Σιόλας, Μάρα Βλαχάκη, Προκόπης Αγαθοκλέους
Χορεύουν: Ivan Svitailo, Σοφία Μιχαήλ, Alain Rivero
Συμμετέχει ο τραγουδιστής Σταύρος Σιόλας.

Εκκλησιάζουσες – Θέατρο του Νέου Κόσμου
Σκηνοθεσία Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, απόδοση κειμένου Βασίλης Μαυρογεωργίου, μουσική Θάνος Μικρούτσικος, σκηνικά-κοστούμια Άγγελος Μέντης, χορογραφίες Αγγελική Στελλάτου, σχεδιασμός φωτισμών Σάκης Μπιρμπίλης, μουσική διδασκαλία Θανάσης Αποστολόπουλος
Ερμηνεύουν: Δάφνη Λαμπρόγιαννη, Κώστας Κόκλας, Γιώργος Πυρπασόπουλος, Παντελής Δεντάκης, Νίκος Καρδώνης, Στράτος Χρήστου, Γεωργία Γεωργόνη
Χορός: Μαίρη Σαουσοπούλου, Ντίνη Ρέντη, Πολυξένη Ακλίδη, Ειρήνη Γεωργαλάκη, Μαρία Γεωργιάδου, Γεωργία Γεωργόνη, Άντρη Θεοδότου, Κατερίνα Μαούτσου, Σωτηρία Ρουβολή, Ειρήνη Φαναριώτη, Έλενα Χατζηαυξέντη

«Οιδίπους τύραννος» – ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βόλου & αρτivities
Μετάφραση Μίνως Βολανάκης, σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις,  σκηνικά-κοστούμια Κέννι Μακλίλαν,  φωτισμοί Νίκος Βλασόπουλος, μουσική Δημήτρης Θεοχάρης
Ερμηνεύουν: Αιμίλιος Χειλάκης, Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Χρήστος Σαπουντζής, Κώστας Κορωναίος, Αλμπέρτο Φάις, Γιάννης Τσεμπερλίδης, Κώστας Σειραδάκης, Παναγιώτης Εξαρχέας, Ονίκ Κετσογιάν, Γιώργος Παπανδρέου, Τζεφ Μααράουι

Advertisements

Ελληνικό Εθνικό Θέατρο

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό cityvibes – www.city-vibes.gr/ 

Εθνικό Θέατρο
Η αυλή των θαυμάτων – 28/12/2011
Η Νίκη
– 5/1/2012

Όταν ανακοινώθηκε το φετινό πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου, ήμουν από αυτούς που δεν μπορούσαν να κρύψουν την απορία, την έκπληξη και ίσως τη δυσπιστία τους για την ευστοχία των επιλογών. Από το σύνολο των 10 παραστάσεων (εξαιρώ τα παιδικά), οι δύο είναι έργων του Σαίξπηρ, η μία ενός έργου του «νεοφερμένου» στην Ελλάδα Ουαζντί Μουαουάντ, ενώ τα υπόλοιπα 7 ανήκουν σε έλληνες συγγραφείς. Από αυτά, τα δύο είναι σύγχρονα έργα, γραμμένα από τους Ρέππα-Παπαθανασίου και Κιτσοπούλου-Τσίρο και τα υπόλοιπα 5 ανήκουν στους παλαιότερους, κλασσικούς, αν μου επιτρέπεται η έκφραση, έλληνες συγγραφείς. Ακόμα και η παράσταση της Άλλης Διάστασης, του κύκλου παράλληλων εκδηλώσεων, αφορά την Ερωφίλη του Χορτάτση.

Το Εθνικό ξεκίνησε τη σαιζόν του με μία φοβερή επιτυχία, τον Κόκκινο Βράχο του Ξενόπουλου, σε σκηνοθεσία Ρούλας Πατεράκη, μία παράσταση που έτυχε θερμότατης υποδοχής τόσο από την κριτική, όσο και από τους θεατές, η προσέλευση των οποίων οδήγησε σύντομα σε sold out. Επόμενες παραστάσεις ήταν ο Βασιλικός του Αντωνίου Μάτεση, σε σκηνοθεσία του εσχάτως ξεσπιτωμένου Σπύρου Ευαγγελάτου, που έλαβε χλιαρότερα σχόλια και η σύγχρονή Ξένος σε έργα του Γιάννη Τσίρου και Λένας Κιτσοπούλου. Τις μέρες των Χριστουγέννων παρακολούθησα τις δύο επόμενες «κλασσικές παραστάσεις» που παίζονταν τότε, την Αυλή των Θαυμάτων του Ιάκωβου Καμπανέλλη και τη Νίκη της Λούλας Αναγνωστάκη. Φυσικά τις παραστάσεις δεν τις παρακολούθησα για τα ίδια τα έργα, αφού πρόκειται για κείμενα που έχουν αποδείξει την αξία τους και έχουν βρει τη θέση τους στην ιστορία της σύγχρονής ελληνικής δραματουργίας. Το ενδιαφέρον αυτών των δύο, αλλά και όλων των υπολοίπων «ελληνικών» παραστάσεων, έγκειται στο κατά πόσο αυτά τα έργα αυτά τα έργα μπορούν να μεταφερθούν στο σήμερα, αφού αφορούν συγκεκριμένες εποχές και κοινωνικές συνθήκες.

Η κύρια προβολή στην παράσταση του Γιάννη Κακλέα.

Η αυλή των θαυμάτων, γραμμένη το 1957, μιλάει για μία μεταβατική εποχή, αναγκαίων αλλαγών στις ζωές των ανθρώπων. Για ματαιωμένα όνειρα και ελπίδες, για μία καθημερινότητα που συνθλίβει και οδηγεί σε ακραίες λύσεις, όπως η μετανάστευση. Ο Γιάννης Κακλέας προσπάθησε να αποδείξει ότι το έργο μας αφορά ακόμα και σήμερα. Με ποιον τρόπο; Με πολλές προβολές καταρχήν: πρώτα την πλατεία απέναντι από το Εθνικό Θέατρο, επί της Αγίου Κωνσταντίνου (με όλους όσους συχνάζουν εκεί, με ύποπτες συναντήσεις και ίσως συναλλαγές), έπειτα προτομές ηρώων και προσωπικοτήτων της Ελλάδας, όπως για παράδειγμα ο Διονύσιος Σολωμός και τέλος άδειες διαφημιστικές πινακίδες. Αναρωτήθηκα πολύ για το τι μπορεί να σημαίνουν αυτές οι προβολές. Κατέληξα στο ότι ο Κακλέας προσπαθούσε να βρει το αντίστοιχο της τότε αυλής, ενός χώρου όπου το δημόσιο και το ιδιωτικό συναντιούνταν. Η ιδιωτικότητα όμως έχει υπερισχύσει τόσο πολύ σήμερα, που δεν μπορεί να βρεθεί η αντιστοιχία. Ανατρέχω στις σημειώσεις που κράτησα τη βραδιά της παράστασης και μπαίνω στον πειρασμό να αντιγράψω επακριβώς μία φράση: «Σοβαρό ζήτημα επικαιρότητας του έργου». Ναι, και σήμερα οι άνθρωποι βρίσκονται ενώπιων του διλήμματος της μετανάστευσης. Φτάνει όμως η αναφορά στην Αυστραλία και το αγανακτισμένο «όχι, εγώ θα μείνω στην πατρίδα μου» για να αισθανθούμε ότι το έργο μπορεί να μιλήσει για τα σημερινά μας δεινά;

Κατά τη γνώμη μου όχι. Οι όμοιες καταστάσεις δεν φτάνουν για να αντικαταστήσουν τους ανόμοιους όρους. Η αυλή δεν υπάρχει. Οι ήρωες δεν έχουν αντίστοιχο στην εποχή μας και οι κατά τα άλλα αριστουργηματικοί διάλογοι του Καμπανέλλη μοιάζουν κούφιοι. Ο Κακλέας έχει προσπαθήσει να τους ντύσει κυριολεκτικά με σύγχρονα κοστούμια, όπως τα σούπερ μίνι των ηρωίδων και τα πανύψηλα τακούνια (που φοράει ακόμα και η γριά κακοντυμένη Αστά, δημιουργώντας μία φοβερή αισθητική και τελικά δραματουργική παραφωνία). Απέλπιδα προσπάθεια επικαιροποίησης μοιάζει η εισβολή των ΜΑΤ στη σκηνή, για να κατεβάσουν τον Ιορδάνη από το ταρατσάκι του. Από την παράσταση ξεχώρισαν παρόλα αυτά, δύο ερμηνείες, της Μίνας Αδαμάκη ως Αννετώ και του ολοένα και καλύτερου τα τελευταία χρόνια Νίκου Ψαρρά, στο ρόλο του Στράτου.

Αν στην Αυλή των θαυμάτων έγινε μία προσπάθεια να επικαιροποιηθεί το έργο, κάτι τέτοιο μοιάζει να μην επιχειρήθηκε καν στην Νίκη της Αναγνωστάκη. Τι ήταν αυτό που κλήθηκε να δει ο θεατής στην παράσταση του Βίκτωρα Αρδίττη; Το ερώτημα παραμένει αναπάντητο. Ο ίδιος ο Αρδίττης αναρωτιέται: «ξεκινήσαμε από μια αναλυτική διερεύνηση των προσώπων, των σχέσεων και των καταστάσεων για να “ανοίξουμε” το έργο σε διαστάσεις του, κρυφές και ποιητικές, που το κάνουν απελπιστικά ενεργό στο σήμερα. Πόσο διαφορετικά πρέπει και μπορεί να ανέβει σήμερα η Αναγνωστάκη;». Η παράσταση ήταν μία καλή απόδοση του έργου. Δεν ξέρω πώς ήταν η πρώτη παράσταση του έργου, πριν από 35 χρόνια, αλλά οι σαφείς αναφορές του κειμένου στην τότε επικαιρότητα δημιουργούν κούραση: οι περιγραφή των γειτονιών των δυτικών προαστίων και ιδιαίτερα οι αναφορές στον εμφύλιο, κάνουν τον θεατή να αγωνίζεται διαρκώς να εντοπίσει την επαφή με το σήμερα. Όλοι ξέρουμε ότι και παλαιότερα οι Έλληνες έψαξαν τη λύση στη μετανάστευση, αλλά η Νίκη μοιάζει να μην μπορεί να αποδώσει την αναταραχή και το πνεύμα της εποχής μας. Από την παράσταση ξεχωρίζει η Ρέννη Πιττακή, στον ρόλο της Μάνας. Η Πιττακή στην πρώτη παράσταση του έργου κρατούσε τον ρόλο της Βάσως, που τώρα κρατάει μία ιδιαιτέρως απογοητευτική Μαρία Κεχαγιόγλου. Η Ιωάννα Κολλιοπούλου ως Μικρή είναι δυνατή, αληθινή και απολαυστική.

Το Εθνικό Θέατρο θα συνεχίσει το ελληνικό ρεπερτόριό του με τις παραστάσεις Του Κουτρούλη ο γάμος σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου και Πατρίδες των Ρέππα- Παπαθανασίου σε σκηνοθεσία των ιδίων. Το συγγραφικό δίδυμο ασχολείται και πάλι με το θέμα της μετανάστευσης που τους έχει απασχολήσει και παλαιότερα (Ο Έβρος απέναντι και Συμπέθεροι απ’ τα Τίρανα) και μπορεί το έργο να είναι σύγχρονο, αλλά μαρτυρά ότι βασίζεται σε κείμενα της μεταπολεμικής λογοτεχνίας και αυθεντικές μαρτυρίες μεταναστών. Κάτι που φαίνεται ενδιαφέρον, ωστόσο σαν θεατής εύχομαι να μην υποκύψει και αυτό στην παρελθοντολαγνεία που μοιάζει να διακρίνει το φετινό ρεπερτόριο του Εθνικού. Γιατί όπως αναφέρει και ο Χουβαρδάς, επιδίωξη της επόμενη διετίας(!) είναι να δούμε ένα πανόραμα του ελληνικού έθνους και μία αναδρομή στην ιστορία μας. Πώς έγινε όμως και διαμορφώθηκε έτσι το ρεπερτόριο του Εθνικού φέτος;

Ξαναμετράω τα έργα του ρεπερτορίου με μία διαφορετική ματιά. Δύο Σαίξπηρ, με ελληνικό βέβαια στοιχείο, χωρίς όμως πνευματικά δικαιώματα. Ένας εκ των δύο έδωσε τη δυνατότητα στον σκηνοθέτη και καλλιτεχνικό διευθυντή Γιάννη Χουβαρδά να συμμετάσχει με την παράσταση σε φεστιβάλ του εξωτερικού. Τουλάχιστον τρία παλαιότερα ελληνικά έργα χωρίς δικαιώματα. Δύο έργα καταξιωμένων και αγαπημένων Ελλήνων, εκ των οποίων ο ένας ο πρόσφατα χαμένος Ιάκωβος Καμπανέλλης.  Ένα μόλις ξένο και δύο ελληνικά σύγχρονα έργα. Απουσία και πάλι του πειραματικού στοιχείου. Ο καθένας μπορεί να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Μήπως κάτι είναι σάπιο στο βασίλειο της Δανεμαρκίας;