Θεατρικό μουσείο – Ξεχνώντας το ελληνικό θέατρο

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 1 της εβδομαδιαίας εφημερίδας Σύγχρονη Έκφραση (21/12/2013)

Ξεχνώντας το ελληνικό θέατρο
Tο κλείσιμο του Κέντρου Μελέτης και Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου ή όπως το λένε οι περισσότεροι απλά του Θεατρικού Μουσείου, είναι ένα θέμα που απασχόλησε για ένα μικρό χρονικό διάστημα τον ελληνικό τύπο -κυρίως τον έντυπο- και μετά απλά ξεχάστηκε. Το Μουσείο αδυνατεί να λειτουργήσει εξαιτίας της παύσης της χρηματοδότησής του από το Υπουργείο Πολιτισμού και την τελευταία τριετία υπολειτουργεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καθίσταται αδύνατη η έρευνα. Τι γίνεται με τη συλλογή των δεδομένων τώρα που το Μουσείο δε λειτουργεί, αλλά και συντήρηση του σπανιότατου και μοναδικού αρχείου του; Πώς μπορεί κάποιος φοιτητής από τα τέσσερα τμήματα θεατρολογίας της Ελλάδας ή οποιοσδήποτε ερευνητής να εκπονήσει την έρευνά του και να τεκμηριώσει τα δεδομένα του; Το κενό που αφήνει πίσω του το κλείσιμο του Κέντρου Μελέτης και Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου είναι πραγματικά δυσαναπλήρωτο και επηρεάζει καθοριστικά την επιστημονική μελέτη και παραγωγή επιστημονικού λόγου στην Ελλάδα.

1419957_10151997541563934_1814794465_nΜια μικρή αναδρομή
Το Θεατρικό Μουσείο είναι φορέας με μακρά ιστορία. Ιδρύθηκε το 1938 από την Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων και από τότε δεν σταμάτησε να πλουτίζει το αρχείο και τις συλλογές του. Στους χώρους του, στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων στην οδό Ακαδημίας 50,  εκτίθονταν κοστούμια, μακέτες και θεατρικά αντικείμενα. Σημαντικότατο όμως ήταν και το αρχείο του Κέντρου Μελέτης και Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου: θεατρικά προγράμματα, αποκόμματα δημοσιευμάτων, φωτογραφικό υλικό, βιντεοσκοπημένες παραστάσεις , ενημερωμένη βιβλιογραφία θεατρικών έργων και θεατρολογικών μελετών. Εκεί μπορούσε ο ερευνητής να χρησιμοποιήσει τη βάση δεδομένων για να έχει στοχευμένα αποτελέσματα στην έρευνά του και να βρει σπάνιο υλικό τεκμηρίωσης. Γενιές θεατρολόγων, θεατρόφιλων και συγγραφέων πέρασαν ώρες και μέρες ερευνώντας το θεατρικό παρελθόν, τόσο στο Θεατρικό Μουσείο στην οδό Ακαδημίας και στη Θεατρική Βιβλιοθήκη που είχε μεταφερθεί στην οδό Καραμανλάκη στα Πατήσια, λόγω έλλειψης χώρου.

Είχε αρχίσει να γίνεται λόγος για τις δυσκολίες της συντήρησης του Μουσείου αρκετό καιρό πριν από το κλείσιμό του. Μάλιστα το 2010 ο τότε δήμαρχος Νικήτας Κακλαμάνης είχε υποσχεθεί πως θα παρέχει στο Μουσείο έναν νέο χώρο στέγασης στην οδό Μητροπόλεως, που θα μείωνε αρκετά το κόστος λειτουργίας του, αλλά και τα προβλήματα που προέκυπταν στην συντήρηση του υλικού εξαιτίας του εντελώς ακατάλληλου περιβάλλοντος (η υγρασία δημιουργούσε τεράστια φθορά). Το σχέδιο αυτό δεν πραγματοποιήθηκε και αργότερα, την άνοιξη του 2011, έγινε λόγος για μεταστέγασή του στο Πάρκο Ελευθερίας. Ταυτόχρονα, και προκειμένου να πραγματοποιηθεί αυτό, γινόταν προσπάθεια να βρεθεί λύση για την κάλυψη των χρεών του Μουσείου, μέσω τροποποιήσεων στη νομική μορφή του και επιχορηγήσεων που δε δόθηκαν ποτέ. Οι υπάλληλοι του Μουσείου προχώρησαν σε επίσχεση εργασίας, συλλέχθηκαν υπογραφές για να αποφευχθεί το χειρότερο, γράφτηκαν άρθρα κι όμως τίποτα δεν έγινε. Στις αρχές του 2013 το Μουσείο μπήκε σε ειδικό κωδικό του Υπουργείου, για επιδότηση ύψους 254.000 ευρώ για το τρέχον έτος. Παράλληλα, το προσωπικό του μουσείου μειώθηκε στο μισό, λόγω αποχωρήσεων και συνταξιοδοτήσεων και οι εναπομείναντες υπάλληλοι σχεδίασαν τη λειτουργία του μουσείου ώστε να καλύπτεται από το ποσό της επιδότησης. Γι αυτό το λόγο μάλιστα, αποφάσισαν να μειώσουν τους μισθούς τους στο μισό, προκειμένου να είναι βιώσιμη η λύση. Παρ’ όλα αυτά, τα μόνα χρήματα που έχουν δοθεί από το Υπουργείο είναι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του 2011 και οι υπάλληλοι συνεχίζουν απλήρωτοι από τις αρχές του 2012. Το μεγαλύτερο ζήτημα όμως, αυτό που φρενάρει τις διαδικασίες, είναι οι οφειλές προς το ΙΚΑ, θέμα για το οποίο ο πρόεδρος Κώστας Γεωργουσόπουλος βρίσκεται συχνά στα δικαστήρια.  Η ενημέρωση του υλικού έχει σταματήσει, δεν συλλέγονται πια κριτικές και προγράμματα και δεν γίνονται μαγνητοσκοπήσεις παραστάσεων. Φυσικά δεν ενημερώνεται και η βάση καταγραφής παραστάσεων.

Ένας ερευνητής που θέλει να χρησιμοποιήσει το αρχείο του Θεατρικού Μουσείου θα πρέπει να βρει τηλεφωνικώς τους εργαζόμενους, να έρθει σε επαφή μαζί τους ζητώντας πολύ συγκεκριμένα στοιχεία, ώστε να κλείσει ραντεβού και να εξυπηρετηθεί σε συγκεκριμένες ώρες. Η ιστοσελίδα του Μουσείου, όπου επίσης κάποιος εύρισκε υλικό, δε λειτουργεί. Με λίγα λόγια δεν μπορεί κάποιος να αφιερώσει τον χρόνο που χρειάζεται για την έρευνά του και άρα αυτή η έρευνα δεν μπορεί να έχει μεγάλο εύρος. Ο ερευνητής θα πρέπει να καταφεύγει σε πλάγιες οδούς, που δεν μπορούν να του διασφαλίσουν πληρότητα. Η θεατρική βιβλιοθήκη είναι επίσης κλειστή και ανοίγει μόνο αν κάποιος ζητήσει κάτι συγκεκριμένο και φυσικά δε λειτουργεί καθόλου ο εκθεσιακός χώρος του Μουσείου.

Οι ερευνητές
Η Αγαθή Τέλη είναι μία περίπτωση ερευνήτριας που στάθηκε τυχερή της και κατάφερε να ολοκληρώσει την έρευνά της, παρά τις αντίξοες συνθήκες. Εκπονώντας την διπλωματική της εργασία για το μεταπτυχιακό πρόγραμμα του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, ήρθε στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 2011 για να βρει αποκόμματα τύπου και θεατρικά προγράμματα. Το προσωπικό του Μουσείου είχε ήδη προχωρήσει σε επίσχεση εργασίας, παρόλα αυτά, έχοντας επίγνωση των προβλημάτων που δημιουργούνται, την εξυπηρέτησε κανονικά. «Ήταν πολύ ευγενικοί και προσπαθούσαν να βοηθήσουν με κάθε τρόπο ώστε να μην χρειαστεί να ξανακατέβω στην Αθήνα. Αν δεν ήταν αυτοί δεν θα μπορούσα να τελειώσω την έρευνα», λέει η Αγαθή.

1468335_10151997541568934_349606824_oΗ Ιωάννα Αλεξανδρή, διδακτορική φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, έχει συναντήσει πολλές δυσκολίες στην έρευνά της. Το θέμα της έχει να κάνει με την «όψη» του θεάτρου και θα χρειαστεί αναπόφευκτα βιντεοσκοπημένες παραστάσεις και φωτογραφικό υλικό. «Το γεγονός ότι δε λειτουργεί το Θεατρικό Μουσείο θα με αναγκάσει στην αναζήτηση αυτών των παραστάσεων μέσω άλλων οδών (από θέατρα, συντελεστές κλπ), κάτι που είναι οπωσδήποτε χρονοβόρο και δυσλειτουργικό», λέει η Ιωάννα, ενώ όσον αφορά την εύρεση θεατρικών έργων, γνωρίζει πως υπάρχουν κάποια που δε θα βρει ποτέ, καθότι είναι ανέκδοτα και υπάρχουν μόνο στη Θεατρική Βιβλιοθήκη.  «Αυτός είναι ένας λόγος που με προσανατολίζει στο να τροποποιήσω το θέμα της διατριβής μου».

Η Τώνια Καράογλου είχε αναλάβει να δημιουργήσει για το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας μία βάση δεδομένων με φωτογραφίες, αποκόμματα και πληροφορίες που αφορούν την πρακτική του θεάτρου και την «όψη» της παράστασης, με σκοπό τoν εμπλουτισμό της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στο σχολείο πέραν της θεωρητικής διδασκαλίας τους ως κείμενο. Για όσο καιρό λειτουργούσε το Θεατρικό Μουσείο ήταν η κύρια πηγή της, μετά όμως η έρευνά της άρχισε να συναντά σημαντικές δυσκολίες. «Κατά πρώτον, όσον αφορά τα δημοσιεύματα, έπρεπε πια να καταφύγω σε άλλες βιβλιοθήκες, όπως αυτή της Βουλής, όπου αναγκαστικά διέτρεχα ολόκληρες τις εφημερίδες προκειμένου να βρω άρθρα του ενδιαφέροντός μου, αφού δεν υπήρχε πια η δυνατότητα να καταφύγω κάπου όπου θα φυλάσσονταν μονάχα τα θεατρικά δημοσιεύματα. Επιπλέον, προγράμματα και φωτογραφίες έμειναν πια απροσπέλαστα για μένα, και έπρεπε να τα αναζητώ με άλλους τρόπους (προσωπικά αρχεία, επαφές με καλλιτέχνες, ίντερνετ) ή απλώς να τα… ξεχάσω. Μέχρι αρκετά πρόσφατα, η ιστοσελίδα του Μουσείου μού προσέφερε λύσεις, καθώς ένα -πολύ μικρό, δυστυχώς- μέρος του φωτογραφικού και λοιπού αρχείου του ήταν διαθέσιμο σε ψηφιακή μορφή. Δυστυχώς, η ιστοσελίδα δεν λειτουργεί πια, οπότε πάει και αυτή η λύση…».

Και τώρα τι;
«Κάθε είκοσι ημέρες είμαι στα δικαστήρια για την εκδίκαση των χρεών. Οι δικαστές πλέον γελάνε», λέει ο Πρόεδρος του Θεατρικού Μουσείου Κώστας Γεωργουσόπουλος. «Η δίκη πάει από αναβολή σε αναβολή και εν τω μεταξύ το ποσό του χρέους αυξάνεται». Παρά τις επίμονες πιέσεις και τα συνεχή τηλεφωνήματα στο Υπουργείο Πολιτισμού, δεν είχε οριστεί κανένα ραντεβού με την ηγεσία του μέχρι πρόσφατα. Το πρόσφατο ραντεβού δε, που είχε οριστεί για την Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013, ακυρώθηκε λίγο πριν την ώρα συνάντησης.

Τα ζητήματα που προκύπτουν είναι πολλά. Πρωτίστως, το γεγονός πως η πολιτεία δεν δίνει μία λύση για τη λειτουργία του επίσημου κέντρου μελέτης και έρευνας του θεάτρου, απαξιώνοντας την ιστορία του, την έρευνα ετών και την ανάγκη των ερευνητών. Επίσης, τι μπορεί να γίνει τώρα που η έρευνα έχει σταματήσει τα τελευταία χρόνια; Πώς θα καλυφθεί το κενό στην πληροφορία; Πότε θα μπορέσει το Μουσείο να λειτουργήσει ξανά όπως πριν; Η δυσλειτουργία του Μουσείου και η συμπεριφορά της πολιτείας είναι ενδεικτική για την γενικότερη πολιτική απέναντι σε ό,τι σήμερα θεωρείται «δευτερεύουσας ανάγκης» μέσα στην κρίση: αδιαφορία, απαξίωση και τελικά καταστροφή. Ας ελπίσουμε να μπορέσει στη συγκεκριμένη περίπτωση να διασωθεί με κάποιον τρόπο ο μοναδικός φορέας διαφύλαξης της ιστορίας του ελληνικού θεάτρου.

Advertisements