Σαμία Θ.Ο.Κ. : Οι καλές προθέσεις ανταμείβονται

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό cityvibes: http://www.city-vibes.gr/

Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης με τον εξαιρετικό χορό.

Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης με τον εξαιρετικό χορό.

Έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια από τότε που ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου παρουσίασε για πρώτη φορά τη Σαμία του Μενάνδρου, σε σκηνοθεσία Εύη Γαβριηλίδη και στη θρυλική πια μετάφραση του Γιάννη Βαρβέρη. Έχουν επίσης περάσει τέσσερα χρόνια χωρίς καμία εμφάνιση του Θ.Ο.Κ. στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Με την αναβίωση της απόλυτης επιτυχίας του 1993, λοιπόν, τη Σαμία του, επέλεξε να επανέλθει ο Οργανισμός στο αργολικό θέατρο, στη μοναδική του εμφάνιση σε ελληνικό έδαφος φέτος το καλοκαίρι και τελευταία παρουσίαση της παράστασης γενικά.

Το δυστυχώς λιγοστό κοινό της Παρασκευής, αντάμειψε με άφθονο και ενθουσιώδες χειροκρότημα τους ηθοποιούς και τους συντελεστές της παράστασης. Συνολικά και τις δύο ημέρες, μόλις 5.500 θεατές παρακολούθησαν την παράσταση. Ο Εύης Γαβριηλίδης έχει «διαβάσει» και αποδώσει την αττική κωμωδία του Μενάνδρου, που είναι έτσι κι αλλιώς πολύ διαφορετική από την φορτωμένη με πολιτικά νοήματα αριστοφανική, σαν αθηναϊκό κωμειδύλλιο των αρχών του 20ου αιώνα. Η ευγένεια με την οποία συμπεριφέρονται οι ήρωες, κυρίως ο Μοσχίων προσπαθώντας να συγκαλύψει το ότι έχει ήδη κάνει παιδί με την αγαπημένη του Πλαγγόνα εκτός γάμου, δημιουργούν παρεξηγήσεις που λύνονται τελικά μέσα σε ένα γαμήλιο γλέντι.

Οι Αλ. Ιωαννίδης και Κ. Δημητρίου σε μία από τις ξεκαρδιστικές σκηνές της παράστασης.

Οι Αλ. Ιωαννίδης και Κ. Δημητρίου σε μία από τις ξεκαρδιστικές σκηνές της παράστασης.

Δεν μπορεί κανείς να πει πως η παράσταση δεν είχε ελλείψεις, όμως τα θετικά στοιχεία της ήταν τόσες πολλά που τελικά κυριαρχούν. Ως κύριες αρετές θα ανέφερα την απλότητα και την ευθύτητα στην ανάγνωση. Χωρίς να υπάρχει προσπάθεια για κρυμμένα νοήματα, το χιούμορ και το γέλιο βασίστηκε αποκλειστικά στα πρωτογενή συστατικά του θεάτρου: τους χαρακτήρες και τις καταστάσεις. Η εύστοχη τελικά σκηνοθεσία του Γαβριηλίδη, κατάφερε να δημιουργήσει και το ένα και το άλλο, υποστηρίχτηκε δε από πολύ καλές ερμηνείες. Θα ήταν άδικο να μην ξεχωρίσουμε τον Δημέα του Κώστα Δημητρίου, που προκαλούσε και το περισσότερο γέλιο με την παλιοκαιρισμένη του αυτοπεποίθηση, την γεροντική ζήλια του, και κυρίως τις κινήσεις (με αποκορύφωμα το μητσοτακικό τικ) και τις μούτες του. Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης έπαιζε με τόση άνεση και επάρκεια που ήταν αδύνατον να φανταστείς πως έχει τόσα χρόνια να εξασκήσει τα υποκριτικά του εργαλεία. Ο χορός και οι χορογραφίες του Ισίδωρου Σιδέρη ήταν πάντα ένα θέαμα που κρατούσε το βλέμμα. Χάρη στη σκηνοθεσία και τους ηθοποιούς, η παράσταση γέμισε με ατάκες που ακούγονταν σωστά, σιωπές και γκριμάτσες που δημιουργούσαν νόημα, ξεκαρδιστικές καταστάσεις που απαιτούσαν ακρίβεια και μέτρο. Το συναίσθημα με το οποίο φύγαμε από το θέατρο ήταν μία απέραντη γλύκα. Γιατί, όπως συζητούσαμε στο τέλος, τελικά μπορούμε να γελάσουμε και με κάτι που δεν παραπέμπει απαραίτητα σε οικεία κακά, αλλά είναι παραπάνω από επαρκές σε ποιότητα και σωστά δουλεμένο.

Δεν γίνεται, τέλος, να μην αναφερθεί κανείς στην εξαιρετική μετάφραση του Γιάννη Βαρβέρη, που ουσιαστικά ανάπλασε και ξανάγραψε συμπληρώνοντας το αρχαίο κείμενο, μία μετάφραση σε πλήρη καθαρεύουσα, τόσο κωμική που τελικά αναδείχθηκε πρωταγωνίστρια. Δυστυχώς, για κάποιον περίεργο λόγο, στο πρόγραμμα της παράστασης δε φαίνεται πουθενά πως ο Γιάννης Βαρβέρης έχει πεθάνει!

Σαμία του Μενάνδρου
Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
19-20 Ιουλίου 2013

Μετάφραση: Γιάννης Βαρβέρης, σκηνοθεσία: Εύης Γαβριηλίδης, σκηνικά-κοστούμια: Γιώργος Ζιάκας, μουσική: Μιχάλης Χριστοδουλίδης, χορογραφία: Ισίδωρος Σιδέρης, σχεδιασμός φωτισμών: Γιώργος Κουκουμάς, διδασκαλία τραγουδιών: Μάρω Σκορδή, βοηθός σκηνοθέτη: Νάγια Αναστασίαδου, βοηθός χορογράφου: Στέλλα Κρούσκα, βοηθός σκηνογράφου: Κρίστη Πολυδώρου, ζωγραφική εκτέλεση σκηνικού: Δημήτρης Σάββα, graffiti: Δημήτρης Μάρκου

Ερμηνεύουν (με σειρά εμφάνισης):
Προκόπης Αγαθοκλέους (Περαστικός), Θέα Χριστοδουλίδου (Τροφός), Αλκίνοος Ιωαννίδης (Μοσχίων), Νιόβη Χαραλάμπους (Πλαγγόνα), Στέλα Φυρογένη (Χρυσίς), Κώστας Δημητρίου (Δημέας), Δημήτρης Αντωνίου (Νικήρατος), Άννα Γιαγκιώζη (Μητέρα Πλαγγόνας), Σπύρος Σταυρινίδης (Παρμένων), Σταύρος Λούρας (Μάγειρος)
Χορός:
Νεοκλής Νεοκλέους, Στέλλα Κρούσκα, Σώτος Σταυράκης, Χριστίνα Χριστόφια, Αλέξανδρος Παρίσης, Μαργαρίτα Ζαχαρίου, Μάριος Κωνσταντίνου, Ανδρέας Κούτσουμπας, Νίκη Δραγούμη, Άντρη Κυριάκου, Ανδρέας Φυλακτού, Κωνσταντίνος Γαβριήλ

Advertisements

Ο Μολιέρος στην Επίδαυρο

Αμφιτρύων του Μολιέρου
Εθνικό Θέατρο
Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου – 3 Αυγούστου 2012

Και μόνο το ότι ο Λευτέρης Βογιατζής ξανασκηνοθέτησε φέτος για την Επίδαυρο, ήταν μεγάλο γεγονός. H κάθοδος στο αργολικό θέατρο είχε από μόνη της τη θέση μίας ξεχωριστής εμπειρίας. Το καστ των ηθοποιών πολλά υποσχόμενο, κινούμενο ανάμεσα στις γνωστές επιλογές τους σκηνοθέτη. Τι ήταν όμως αυτό που είδαμε τελικά; Τολμάω μία πιο ψύχραιμη και προσωπική ματιά, σε σχέση με τον γενικό ενθουσιασμό, για μία παράσταση που όλα λένε ότι θα έπρεπε να μου αρέσει.

Το σκηνικό της Εύας Μανιδάκη ήταν ένα γαϊτανάκι, που δεν χρησιμοποιήθηκε επαρκώς ως εύρημα.

Η πλήξη ήταν το κύριο συναίσθημά μου όση ώρα παρακολουθούσα την παράσταση, συναίσθημα που με κυρίεψε από το πρώτο δεκάλεπτο. Ο Χρήστος Λούλης έκανε εντυπωσιακή είσοδο στην ορχήστρα πάνω σε ξυλοπόδαρα, συνομιλώντας με τη Στεφανία Γουλιώτη που ως Νύχτα αναρριχήθηκε στην κορυφή του σκηνικού. Και αμέσως μετά αυτή την πρώτη σκηνή έγινε η πρώτη κοιλιά, όταν βγήκε ένας ηθοποιός που καθόλου δεν περιμένεις να «ρίξει» έτσι μία παράσταση: ο πάντα καλός Δημήτρης Ήμελλος ως Σωσίας, έδωσε μία ερμηνεία που θύμιζε τηλεοπτικό χαρακτήρα. Είναι δύσκολο ακόμα και να θυμηθώ το περιεχόμενο της σκηνής αυτής. Η συνέχεια της παράστασης ήταν παρόμοια και πολλές ήταν οι φορές που όσοι καθόμασταν στο άνω διάζωμα δεν ακούγαμε τι έλεγαν οι ηθοποιοί. Κάποιοι από αυτούς, κυρίως η Α. Μουτούση και η Ε. Σαουλίδου είχαν τις αναμενόμενες ερμηνείες τους, κάτι που δημιουργεί ερωτήματα περί μανιέρας.

Λοιπά ερωτήματα που δημιουργήθηκαν από την παράσταση ήταν τα εξής: κατά πόσο τελικά ταίριαζε το συγκεκριμένο έργο στην Επίδαυρο; Το μεγαλύτερο μέρος του κοινού είχε αυτή τη συζήτηση ενώ αποχωρούσε από το θέατρο. Κατά τη γνώμη μου ο χώρος ισοπέδωσε εντελώς το έργο, που φάνηκε «λίγο». Εκτός αυτού, ήταν πασιφανές ότι η παράσταση είχε σκηνοθετηθεί για κλειστό χώρο, φαινόταν από τα σκηνοθετικά ευρήματα, από την γενικότερη «ησυχία» που κυριαρχούσε στο ρυθμό και την ένταση. Επίσης, το σκηνικό της Εύας Μανιδάκη ήταν ένα γαϊτανάκι, που προφανώς ήθελε να δηλώσει ότι πρόκειται για ένα παιχνίδι. Ωστόσο, σαν εύρημα εξαντλήθηκε από την αρχή, χρησιμοποιήθηκε για να καθίσουν και να περιστρέφονται οι ηθοποιοί και να αναρριχηθεί η Νύχτα-Στεφανία Γουλιώτη στην κορυφή ως παρατηρητής της παράστασης. Έπειτα το γαϊτανάκι δίπλωσε στο πλάι και απέμεινε μία ξερή μεταλλική κατασκευή στο μέσον της ορχήστρας. Και μιας και αναφέρθηκε η Σ. Γουλιώτη, άλλο ένα τεράστιο ερώτημα ήταν ο ρόλος της. Καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης περιφερόταν στη σκηνή με μίνι, γόβες και γυαλιά μυωπίας, με βήμα που έμοιαζε με μεθυσμένου, κρατούσε το κείμενο και παρενέβαινε δήθεν «διορθώνοντας» τους ηθοποιούς. Ήταν ένας σκηνοθέτης-βοηθός; Πάντως ήταν ένας ρόλος που έμοιαζε πέρα για πέρα περιττός!

Σίγουρα, το έργο αυτό θα είχε άλλη δύναμη σε κλειστό χώρο, θα δημιουργούσε μία μοναδική ατμόσφαιρα. Ως θετικά σημεία της παράστασης, νομίζω αξίζει να αναφερθούν τα εξής: Κατά πρώτον, υπήρξαν κάποιες ξεχωριστές ερμηνείες. Ο Χρήστος Λούλης για άλλη μία φορά επέδειξε το υποκριτικό του μέγεθος, ως Ερμής. Είναι ένας ηθοποιός με φοβερή ενέργεια και εκτόπισμα επί σκηνής. Ο Γιώργος Γάλλος δημιούργησε μία ερμηνεία-κέντημα, με λεπτές αποχρώσεις συναισθημάτων. Πολύ καλός ήταν και ο «χορός» των Στρατηγών, με εξέχοντα τον Κωνσταντίνο Αβαρικιώτη. Επίσης, πολύ θετικό στοιχείο της παράστασης ήταν το αισθητικό κομμάτι. Ανεξάρτητα από τη λειτουργία και τη χρήση του, το σκηνικό της  Εύας Μανιδάκη, σε συνδυασμό με τα κοστούμια του πάντα εξαιρετικού Άγγελου Μέντη, δημιουργούσαν ένα πολύ θεατρικό σύμπαν. Λίγο να απέστρεφε ο θεατής το βλέμμα από την ορχήστρα, όταν ξανακοιτούσε προς τα εκεί έβλεπε μία εικόνα ξεχωριστής ομορφιάς, με τους ηθοποιούς τέλεια τοποθετημένους και με τα πράσινα κοστούμια τους να θυμίζουν κούκλες, με μία κινησιολογία ξεχωριστή, με μία θεατρικότητα που ξεχείλιζε.

Θα μου είναι δύσκολο να θυμάμαι αυτή την παράσταση για πολύ καιρό, ωστόσο σίγουρα θα θυμάμαι τη στιγμή της υπόκλισης του θιάσου. Ο Λευτέρης Βογιατζής καταβεβλημένος ανέβηκε για να υποκλιθεί κι αυτός στο κοινό, που τον αποθέωσε. Θα προσπαθήσω να την ξαναδώ στην περιοδεία της, σε θέση διαφορετική από το άνω διάζωμα όπου καθόμουν, ίσως με τον καιρό να «κουρδιστεί» κάπως καλύτερα.

Η στιγμή της υπόκλισης.

Ταυτότητα της παράστασης
Μετάφραση Χρύσα Προκοπάκη, σκηνοθεσία Λευτέρης Βογιατζής, σκηνικά Εύα Μανιδάκη, κοστούμια Άγγελος Μέντης, μουσική Δημήτρης Καμαρωτός, κίνηση Ερμής Μαλκότσης, φωτισμοί Λευτέρης Παυλόπουλος, βοηθοί σκηνοθέτη Χάρης Φραγκούλης, Ελένη Ευθυμίου

Διανομή 
Αλκμήνη Αμαλία Μουτούση, Αμφιτρύων Γιώργος Γάλλος, Δίας Νίκος Κουρής, Σωσίας Δημήτρης Ήμελλος, Ερμής Χρήστος Λούλης, Κλεάνθη Εύη Σαουλίδου, Νύχτα Στεφανία Γουλιώτη

Στρατηγοί: Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Ανδρέας Κωνσταντίνου, Χάρης Φραγκούλης, Νικόλας Χανακούλας.

Παραστάσεις:
4 και 5 Αυγούστου, Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
10 Αυγούστου, Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, Καβάλα
27 Αυγούστου, Θέατρο Δάσους, Θεσσαλονίκη
31 Αυγούστου, Θέατρο Βράχων, Βύρωνας
2 Σεπτεμβρίου, Παλαιό Ελαιουργείο, Ελευσίνα
7 Σεπτεμβρίου, Κύπρος

Ιππής- Θεατρική Διαδρομή

Αριστοφάνη Ιππής

Θεατρική Διαδρομή-ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Αγρινίου

Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου- Παρασκευή 2 Ιουλίου 2010

 

2/7/2010 Επίδαυρος

Το πιο σύνηθες επιχείρημα για το ανέβασμα του Αριστοφάνη στις μέρες μας, είναι ότι «είναι τραγικά επίκαιρος». Νομίζω ότι προσωπικώς δεν έχω υπάρξει ποτέ θεατής σε παράσταση που να ισχύει περισσότερο το επιχείρημα αυτό. Το κοινό γελούσε, χειροκροτούσε, κουνούσε με πίκρα το κεφάλι, ακόμα και αναστέναζε όσο παρακολουθούσε την παράσταση.Ο Βασίλης Νικολαΐδης, έχοντας κάνει μία υπέροχη δραματουργική επεξεργασία πάνω στο κείμενο, όχι μόνο κατάφερε να φέρει στο σήμερα την ούτως ή άλλως «τραγικά επίκαιρη» αριστοφανική κωμωδία, αλλά μπόρεσε να κάνει το κοινό να αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα στο έργο και να γελάει με τα παθήματά του και τα χάλια του, αυτό δηλαδή που αποτελεί το ζητούμενο σε κάθε παράσταση αριστοφανικής κωμωδίας από την αρχαιότητα ως σήμερα. Έχοντας προσθέσει αρκετά εύστοχα χωρία από τη σύγχρονη πραγματικότητα στο έργο, όπως για παράδειγμα ένα καταπληκτικό τσιτάτο του Χαϊκάλη, αποκλειστικά φτιαγμένο από συνθήματα προεκλογικής καμπάνιας, ξεσηκώνει το κοινό και αποδεικνύει ότι δίκαια θεωρείται από τους πιο οξυδερκείς σκηνοθέτες μας.

Επίσης, δεν θυμάμαι να έχω πάει ποτέ σε παράσταση που το μεγαλύτερο χειροκρότημα να το αποσπά ο χορός. Όσο μεγάλο ρόλο και να παίζει ο χορός στην εξέλιξη και όσο και καλά να είναι διδαγμένος, για την πλειοψηφία του κοινού τα στάσιμα είναι απλώς κάποια μουσικά διαλείμματα που στην πλειοψηφία των περιπτώσεων δεν καταλαβαίνει κανείς τι ακριβώς τραγουδάνε. Ο χορός των Ιππέων ήταν όχι μόνο ενδιαφέρων, αλλά και απέπνεε όλη την αρχοντιά του ρόλου. Οι ηθοποιοί είχαν άριστες επιδόσεις τόσο στο χορό, όσο και στο τραγούδι. Το κοινό τους χειροκρότησε θερμότατα όχι μόνο στο τέλος, αλλά και μετά από κάποια στάσιμα.

Όσον αφορά τους πρωταγωνιστές της παράστασης, η υποκριτική ήταν μάλλον κλασική και αναμενόμενη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν πρόσδιδε στο σύνολο κάτι θετικό. Ο Νικολαΐδης εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τις κωμικές δυνατότητες του Παύλου Χαϊκάλη και του Γιώργου Αρμένη, ωστόσο σε κάποιο σημείο αυτή η διαρκής κόντρα των ηρώων κούρασε, ίσως όμως δεν είχε και αρκετή βοήθεια από τη μετάφραση, που σε κάποια σημεία ξένιζε ως ιδιαιτέρως επιθετική. Ικανοποιητικός ήταν και ο Δήμος του Γιάννη Κοτσαρίνη και οι δούλοι των Σαμψών Φύτρου και Θύμιου Κούκιου, και ξεσηκωτική η Ειρήνη του Μανώλη Θεοδωράκη, αν και κάπως «εύκολη» σαν εύρημα (ο ηθοποιός ήταν μεταμφιεσμένος σε μία άκρως προκλητική γυναίκα).

Ο Γιάννης Μετζικώφ, έκανε καταπληκτική δουλειά στα κοστούμια, ωστόσο το σκηνικό ήταν…το γνωστό σκηνικό της αριστοφανικής κωμωδίας. Ένα οίκημα με πόρτες και μπαλκόνι, που έχουμε ξαναδεί πάμπολλες φορές και που χρησιμοποιήθηκε ελάχιστα στην παράσταση. Ο Βασίλης Νικολαΐδης δικαίως σημειώνει ξεχωριστά τα ονόματα της συνθέτριας Αντιγόνης Τσολάκη και του χορογράφου Χρήστου Παπαδόπουλου, ως δύο νέα παιδιά που αξίζει να θυμόμαστε, καθώς όντως η δουλειά τους ήταν ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα και ίσως αυτό έδωσε και τόση ώθηση στην εμφάνιση του χορού.

Φεύγοντας από την παράσταση σκεφτόμουν ότι είναι πάντα καταπληκτική η διαπίστωση ότι ο άνθρωπος έχει τόση ανάγκη το θέατρο. Οι Ιππής δεν είναι μόνο μία κλασική, αλλά καλοδουλεμένη παράσταση του καλοκαιριού αυτού. Είναι μία παράσταση που μας κάνει να σκεφτόμαστε πόσο ανάγκη έχει πια ο πολίτης το θέατρο.

Μετάφραση: Κ.Χ. Μύρης
Σκηνοθεσία: Βασίλης Νικολαΐδης
Σκηνικά-Κοστούμια: Γιάννης Μετζικώφ
Μουσική: Αντιγόνη Τσολάκη
Χορογραφία: Χρήστος Παπαδόπουλος

Διανομή:
Αλλαντοπώλης: Παύλος Χαϊκάλης
Παφλαγόνας: Γιώργος Αρμένης
Δούλος Α’: Σαμψών Φύτρος
Δούλος Β’: Θύμιος Κούκιος
Δήμος: Γιάννης Κοτσαρίνης
Ειρήνη: Μανώλης Θεοδωράκης

Κορυφαίοι:  Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Αλμπέρτο Φάις, Θωμάς Γκάγκας, Δημήτρης Μόσχος, Πρόδρομος Τοσουνίδης

Χορός: Φοίβος Δουδούνης, Μανώλης Θεοδωράκης, Χρήστος Καρνάκης, Κωνσταντίνος Μυλώνης, Δημήτρης Παπαδάτος, Σάββας Μπαλτζής, Ορέστης Καρύδας, Κωνσταντίνος- Κάρολος Αρμένης