Ελληνικό Εθνικό Θέατρο

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό cityvibes – www.city-vibes.gr/ 

Εθνικό Θέατρο
Η αυλή των θαυμάτων – 28/12/2011
Η Νίκη
– 5/1/2012

Όταν ανακοινώθηκε το φετινό πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου, ήμουν από αυτούς που δεν μπορούσαν να κρύψουν την απορία, την έκπληξη και ίσως τη δυσπιστία τους για την ευστοχία των επιλογών. Από το σύνολο των 10 παραστάσεων (εξαιρώ τα παιδικά), οι δύο είναι έργων του Σαίξπηρ, η μία ενός έργου του «νεοφερμένου» στην Ελλάδα Ουαζντί Μουαουάντ, ενώ τα υπόλοιπα 7 ανήκουν σε έλληνες συγγραφείς. Από αυτά, τα δύο είναι σύγχρονα έργα, γραμμένα από τους Ρέππα-Παπαθανασίου και Κιτσοπούλου-Τσίρο και τα υπόλοιπα 5 ανήκουν στους παλαιότερους, κλασσικούς, αν μου επιτρέπεται η έκφραση, έλληνες συγγραφείς. Ακόμα και η παράσταση της Άλλης Διάστασης, του κύκλου παράλληλων εκδηλώσεων, αφορά την Ερωφίλη του Χορτάτση.

Το Εθνικό ξεκίνησε τη σαιζόν του με μία φοβερή επιτυχία, τον Κόκκινο Βράχο του Ξενόπουλου, σε σκηνοθεσία Ρούλας Πατεράκη, μία παράσταση που έτυχε θερμότατης υποδοχής τόσο από την κριτική, όσο και από τους θεατές, η προσέλευση των οποίων οδήγησε σύντομα σε sold out. Επόμενες παραστάσεις ήταν ο Βασιλικός του Αντωνίου Μάτεση, σε σκηνοθεσία του εσχάτως ξεσπιτωμένου Σπύρου Ευαγγελάτου, που έλαβε χλιαρότερα σχόλια και η σύγχρονή Ξένος σε έργα του Γιάννη Τσίρου και Λένας Κιτσοπούλου. Τις μέρες των Χριστουγέννων παρακολούθησα τις δύο επόμενες «κλασσικές παραστάσεις» που παίζονταν τότε, την Αυλή των Θαυμάτων του Ιάκωβου Καμπανέλλη και τη Νίκη της Λούλας Αναγνωστάκη. Φυσικά τις παραστάσεις δεν τις παρακολούθησα για τα ίδια τα έργα, αφού πρόκειται για κείμενα που έχουν αποδείξει την αξία τους και έχουν βρει τη θέση τους στην ιστορία της σύγχρονής ελληνικής δραματουργίας. Το ενδιαφέρον αυτών των δύο, αλλά και όλων των υπολοίπων «ελληνικών» παραστάσεων, έγκειται στο κατά πόσο αυτά τα έργα αυτά τα έργα μπορούν να μεταφερθούν στο σήμερα, αφού αφορούν συγκεκριμένες εποχές και κοινωνικές συνθήκες.

Η κύρια προβολή στην παράσταση του Γιάννη Κακλέα.

Η αυλή των θαυμάτων, γραμμένη το 1957, μιλάει για μία μεταβατική εποχή, αναγκαίων αλλαγών στις ζωές των ανθρώπων. Για ματαιωμένα όνειρα και ελπίδες, για μία καθημερινότητα που συνθλίβει και οδηγεί σε ακραίες λύσεις, όπως η μετανάστευση. Ο Γιάννης Κακλέας προσπάθησε να αποδείξει ότι το έργο μας αφορά ακόμα και σήμερα. Με ποιον τρόπο; Με πολλές προβολές καταρχήν: πρώτα την πλατεία απέναντι από το Εθνικό Θέατρο, επί της Αγίου Κωνσταντίνου (με όλους όσους συχνάζουν εκεί, με ύποπτες συναντήσεις και ίσως συναλλαγές), έπειτα προτομές ηρώων και προσωπικοτήτων της Ελλάδας, όπως για παράδειγμα ο Διονύσιος Σολωμός και τέλος άδειες διαφημιστικές πινακίδες. Αναρωτήθηκα πολύ για το τι μπορεί να σημαίνουν αυτές οι προβολές. Κατέληξα στο ότι ο Κακλέας προσπαθούσε να βρει το αντίστοιχο της τότε αυλής, ενός χώρου όπου το δημόσιο και το ιδιωτικό συναντιούνταν. Η ιδιωτικότητα όμως έχει υπερισχύσει τόσο πολύ σήμερα, που δεν μπορεί να βρεθεί η αντιστοιχία. Ανατρέχω στις σημειώσεις που κράτησα τη βραδιά της παράστασης και μπαίνω στον πειρασμό να αντιγράψω επακριβώς μία φράση: «Σοβαρό ζήτημα επικαιρότητας του έργου». Ναι, και σήμερα οι άνθρωποι βρίσκονται ενώπιων του διλήμματος της μετανάστευσης. Φτάνει όμως η αναφορά στην Αυστραλία και το αγανακτισμένο «όχι, εγώ θα μείνω στην πατρίδα μου» για να αισθανθούμε ότι το έργο μπορεί να μιλήσει για τα σημερινά μας δεινά;

Κατά τη γνώμη μου όχι. Οι όμοιες καταστάσεις δεν φτάνουν για να αντικαταστήσουν τους ανόμοιους όρους. Η αυλή δεν υπάρχει. Οι ήρωες δεν έχουν αντίστοιχο στην εποχή μας και οι κατά τα άλλα αριστουργηματικοί διάλογοι του Καμπανέλλη μοιάζουν κούφιοι. Ο Κακλέας έχει προσπαθήσει να τους ντύσει κυριολεκτικά με σύγχρονα κοστούμια, όπως τα σούπερ μίνι των ηρωίδων και τα πανύψηλα τακούνια (που φοράει ακόμα και η γριά κακοντυμένη Αστά, δημιουργώντας μία φοβερή αισθητική και τελικά δραματουργική παραφωνία). Απέλπιδα προσπάθεια επικαιροποίησης μοιάζει η εισβολή των ΜΑΤ στη σκηνή, για να κατεβάσουν τον Ιορδάνη από το ταρατσάκι του. Από την παράσταση ξεχώρισαν παρόλα αυτά, δύο ερμηνείες, της Μίνας Αδαμάκη ως Αννετώ και του ολοένα και καλύτερου τα τελευταία χρόνια Νίκου Ψαρρά, στο ρόλο του Στράτου.

Αν στην Αυλή των θαυμάτων έγινε μία προσπάθεια να επικαιροποιηθεί το έργο, κάτι τέτοιο μοιάζει να μην επιχειρήθηκε καν στην Νίκη της Αναγνωστάκη. Τι ήταν αυτό που κλήθηκε να δει ο θεατής στην παράσταση του Βίκτωρα Αρδίττη; Το ερώτημα παραμένει αναπάντητο. Ο ίδιος ο Αρδίττης αναρωτιέται: «ξεκινήσαμε από μια αναλυτική διερεύνηση των προσώπων, των σχέσεων και των καταστάσεων για να “ανοίξουμε” το έργο σε διαστάσεις του, κρυφές και ποιητικές, που το κάνουν απελπιστικά ενεργό στο σήμερα. Πόσο διαφορετικά πρέπει και μπορεί να ανέβει σήμερα η Αναγνωστάκη;». Η παράσταση ήταν μία καλή απόδοση του έργου. Δεν ξέρω πώς ήταν η πρώτη παράσταση του έργου, πριν από 35 χρόνια, αλλά οι σαφείς αναφορές του κειμένου στην τότε επικαιρότητα δημιουργούν κούραση: οι περιγραφή των γειτονιών των δυτικών προαστίων και ιδιαίτερα οι αναφορές στον εμφύλιο, κάνουν τον θεατή να αγωνίζεται διαρκώς να εντοπίσει την επαφή με το σήμερα. Όλοι ξέρουμε ότι και παλαιότερα οι Έλληνες έψαξαν τη λύση στη μετανάστευση, αλλά η Νίκη μοιάζει να μην μπορεί να αποδώσει την αναταραχή και το πνεύμα της εποχής μας. Από την παράσταση ξεχωρίζει η Ρέννη Πιττακή, στον ρόλο της Μάνας. Η Πιττακή στην πρώτη παράσταση του έργου κρατούσε τον ρόλο της Βάσως, που τώρα κρατάει μία ιδιαιτέρως απογοητευτική Μαρία Κεχαγιόγλου. Η Ιωάννα Κολλιοπούλου ως Μικρή είναι δυνατή, αληθινή και απολαυστική.

Το Εθνικό Θέατρο θα συνεχίσει το ελληνικό ρεπερτόριό του με τις παραστάσεις Του Κουτρούλη ο γάμος σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου και Πατρίδες των Ρέππα- Παπαθανασίου σε σκηνοθεσία των ιδίων. Το συγγραφικό δίδυμο ασχολείται και πάλι με το θέμα της μετανάστευσης που τους έχει απασχολήσει και παλαιότερα (Ο Έβρος απέναντι και Συμπέθεροι απ’ τα Τίρανα) και μπορεί το έργο να είναι σύγχρονο, αλλά μαρτυρά ότι βασίζεται σε κείμενα της μεταπολεμικής λογοτεχνίας και αυθεντικές μαρτυρίες μεταναστών. Κάτι που φαίνεται ενδιαφέρον, ωστόσο σαν θεατής εύχομαι να μην υποκύψει και αυτό στην παρελθοντολαγνεία που μοιάζει να διακρίνει το φετινό ρεπερτόριο του Εθνικού. Γιατί όπως αναφέρει και ο Χουβαρδάς, επιδίωξη της επόμενη διετίας(!) είναι να δούμε ένα πανόραμα του ελληνικού έθνους και μία αναδρομή στην ιστορία μας. Πώς έγινε όμως και διαμορφώθηκε έτσι το ρεπερτόριο του Εθνικού φέτος;

Ξαναμετράω τα έργα του ρεπερτορίου με μία διαφορετική ματιά. Δύο Σαίξπηρ, με ελληνικό βέβαια στοιχείο, χωρίς όμως πνευματικά δικαιώματα. Ένας εκ των δύο έδωσε τη δυνατότητα στον σκηνοθέτη και καλλιτεχνικό διευθυντή Γιάννη Χουβαρδά να συμμετάσχει με την παράσταση σε φεστιβάλ του εξωτερικού. Τουλάχιστον τρία παλαιότερα ελληνικά έργα χωρίς δικαιώματα. Δύο έργα καταξιωμένων και αγαπημένων Ελλήνων, εκ των οποίων ο ένας ο πρόσφατα χαμένος Ιάκωβος Καμπανέλλης.  Ένα μόλις ξένο και δύο ελληνικά σύγχρονα έργα. Απουσία και πάλι του πειραματικού στοιχείου. Ο καθένας μπορεί να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Μήπως κάτι είναι σάπιο στο βασίλειο της Δανεμαρκίας;

Advertisements