Κρίμα που είναι πόρνη

Κρίμα που είναι πόρνη -Cheek by Jowl
Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Ιδρύματος Ωνάση – Παρασκευή 21/12/2012

Οι λόγοι για τους οποίους κάποιος καταφέρνει να αφοσιωθεί στην παρακολούθηση μίας παράστασης ποικίλουν και δεν οφείλονται πάντα στην ποιότητα του ίδιου του θεάματος, αλλά και στη διάθεση με την οποία προσέρχεται σε αυτό ο θεατής. Αυτή πάλι η διάθεση του θεατή, μπορεί να οφείλεται και η ίδια σε διάφορους λόγους, προσωπικούς, πραγματικούς, συνθηκών, συμπαθειών κλπ. krimapoueinaiporni1Η υπογράφουσα έφτασε εχθές για πρώτη φορά στη ζωή της καθυστερημένη στην παράσταση της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών. Το άγχος και ο εκνευρισμός της παραμονής επί δύο ώρες στους μποτιλιαρισμένους δρόμους της Αθήνας δημιούργησαν ήδη ένα αρνητικό συναίσθημα, που συμπληρώθηκε από το ότι έχασα τα πρώτα δέκα λεπτά της παράστασης. Τη χαριστική βολή έδωσε το γεγονός πως λόγω της καθυστέρησής μου δεν μπόρεσα να κάτσω στη θέση για την οποία είχα αγοράσει το εισιτήριο, αλλά οδηγήθηκα -πολύ σωστά και δίκαια νομίζω- στον δεύτερο εξώστη και έκατσα στην πιο απομακρυσμένη θέση από την ορχήστρα. Πρώτον λοιπόν, επειδή προσήλθα και παρέμεινα για αρκετή ώρα με πολύ αρνητικά συναισθήματα στην παράσταση, δεύτερον επειδή έχασα ένα τόσο σημαντικό κομμάτι όσο η έναρξη και τρίτον λόγω του ότι από την απόσταση που έβλεπα δεν μπορούσα να αντιληφθώ παρά ελάχιστες λεπτομέρειες, καταλήγω στο ότι δεν δύναμαι να γράψω για το σύνολο της παράστασης, παρά μόνο να καταθέσω μερικές ελάχιστες παρατηρήσεις γι αυτήν.

Το Κρίμα που είναι πόρνη είναι ένα έργο του 1633, με το οποίο ο συγγραφέας του, Τζον Φορντ, κάνει σκληρή κριτική στα ήθη της αναγεννησιακής Αγγλίας, παρότι ο δραματικός τόπος είναι η ιταλική Πάρμα. Το κύριο θέμα του είναι ο έρωτας και η αιμομικτική σχέση των δύο αδερφών, της Ανναμπέλλα και του Τζιοβάννι, θέμα τόσο τολμηρό ώστε το έργο παρέμεινε μεταξύ των απαγορευμένων μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα. Ωστόσο, μέσα στο σύμπαν που περιγράφει ο Φορντ, έναν κόσμο μέσα στις προδοσίες, τους φόνους, τις συνομωσίες, τις παράνομες σχέσεις και τις μυστικές συμφωνίες, ο έρωτας των δύο παιδιών μοιάζει να είναι η μόνη νότα αγνότητας και ειλικρίνειας. Η δίωρη παραμονή μου μέσα στα μέσα μαζικής μεταφοράς, μου έδωσε την ευκαιρία να ξαναδιαβάσω το κείμενο που είχα να πιάσω στα χέρια μου από τον καιρό των σπουδών μου. Ως εκ τούτου, διαπίστωσα άμεσα πως η μετάφραση της παράστασης (Κλείτος Κύρου) ήταν πολύ καλύτερη από αυτήν που είχα στα χέρια μου (του Αντώνη Δωριάδη, εκδ Μπουκουμάνη, 1987), δεδομένου μάλιστα του ότι μπορούσα να ακούω ταυτόχρονα και το αγγλικό πρωτότυπο κείμενο.

Ο θίασος Cheek by Jowl (Μάγουλο με Σαγόνι, δηλαδή κολλητά, πολύ κοντά) έχει βασίσει και ταυτίσει την πορεία από το 1981 και τη φήμη του στο «πείραγμα» κλασσικών κειμένων. Το Κρίμα που είναι πόρνη μεταφέρεται εξ’ ολοκλήρου μέσα στην εφηβική κρεβατοκάμαρα της Ανναμπέλα και τα πάντα συμβαίνουν γύρω από το πορφυρό κρεβάτι της ή και πάνω σε αυτό. Βασική επιλογή στην παράσταση ήταν πως όλοι οι ηθοποιοί παρέμεναν διαρκώς σχεδόν επί σκηνής. Αυτό δημιουργούσε την αίσθηση πως τίποτα δεν έμενε κρυφό στον κόσμο των ηρώων, πως ό,τι κι αν γινόταν δεν μπορούσε παρά να εντάσσεται στη διεφθαρμένη κοινωνία του δραματικού κειμένου. Οι μόνες στιγμές που υπήρχε ιδιωτικότητα επί σκηνής ήταν οι σκηνές των φόνων και των ξυλοδαρμών. Αισθάνθηκα σε πολλά σημεία πως η σκηνοθεσία συμπλήρωσε και επεξήγησε το κείμενο, που λόγω ίσως του ότι λειτουργεί σε επίπεδο συμβόλων και αρχετύπων, παρουσιάζει διάφορα αιτιολογικά κενά. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρω μόνο τη σκηνή όπου η παραμάνα της Ανναμπέλα ομολογεί στον πονηρό υπηρέτη Βάσκουες το όνομα του εραστή της κυρίας της. Στο έργο φαίνεται πραγματικά άνευ αιτίας αυτή η εξομολόγηση. Ο σκηνοθέτης Declan Donnellan βάζει καταρχήν την παραμάνα να αισθάνεται ντροπή για το ότι την έχει πιάσει ο υπηρέτης να δοκιμάζει τα ρούχα της Ανναμπέλα και δεύτερον βάζει τον υπηρέτη να δημιουργεί ένα όργιο για χάρη της. Έτσι, η ντροπιασμένη και ξαναμμένη παραμάνα παρασύρεται στην ομολογία.

Εξαιρετική η εικονοποιία της παράστασης.

Εξαιρετική η εικονοποιία της παράστασης.

Η τόσο σύγχρονη αυτή σκηνοθεσία  καταφέρνει να εντάξει πολύ καλά το έργο στη σύγχρονη εποχή, όπου είμαστε κι εμείς συνηθισμένοι ως θεατές στο σπλάτερ, στη βία, στο σεξ, στη διαφθορά, και όλα αυτά υπό τους ήχους πότε καθολικών ψαλμωδιών και πότε ντίσκο, ποπ και τέκνο κομματιών.  Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της παράσταση κατ’ εμέ ήταν το πώς προκαλούσε διαρκώς το βλέμμα του θεατή. Πότε  μας προσκαλούσε να κρυφοκοιτάξουμε πίσω από πόρτες δήθεν κλειδωμένες, πότε να σκύψουμε για να δούμε τι συμβαίνει έξω από την πόρτα του δωματίου της Ανναμπέλα και μέσα στην τουαλέτα της, πότε σε συνδυασμό με τους φωτισμούς μας θύμιζε αναγεννησιακούς ζωγραφικούς συνδυασμούς και διάσημες μαντόνες.

Με λίγα λόγια μία παράσταση όπου χόρταινε και το μάτι και το μυαλό.

Συντελεστές
Σκηνοθεσία Declan Donnellan, συν-σκηνοθεσία Owen Horsley, σκηνογραφία Nick Ormerod, βοηθός σκηνοθέτη Jane Gibson, σχεδιασμός φωτισμών Judith Greenwood, μουσική & ήχος Nick Powell

Παίζουν: Gina Bramhill, Philip Cairns, David Collings, Hedydd Dylan, Ryan Ellsworth, James Fairhurst, Orlando James, Jonathan Livingstone, Peter Moreton, Nicola Sanderson, Gyuri Sarossy, Laurence Spellman

Advertisements

Αρχαίο Δράμα – Καλοκαίρι 2012

Όρνιθες -ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κρήτης
Παρασκευή 31 Αυγούστου – Αρχαίο Θέατρο Άργους

Εκκλησιάζουσες – Θέατρο Νέου Κόσμου
Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου – Ωδείο Ηρώδου Αττικού

Οιδίπους Τύραννος – ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βόλου & αρτivities
Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου – Ωδείο Ηρώδου Αττικού

Ανάμεσα στις πολλές παραστάσεις αρχαίου δράματος του φετινού καλοκαιριού, οι τρεις παραπάνω ήταν αυτές που κατάφερα να παρακολουθήσω. Είχα μία ιδιαιτερότητα φέτος ως θεατής, ότι δεν είχα παρακολουθήσει ως συνήθως τις κριτικές και τα δημοσιεύματα για τις παραστάσεις, όπως επίσης ότι αγνοούσα και τους συντελεστές και τους ηθοποιούς τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να πηγαίνω να τις παρακολουθήσω σχεδόν χωρίς προσδοκίες, αν εξαιρέσουμε αυτές που έτσι κι αλλιώς δημιουργούνται σε οποιονδήποτε θεατή από το ίδιο το έργο και από το όνομα του σκηνοθέτη.

Όρνιθες από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κρήτης.

Για παράδειγμα, όσον αφορά την πρώτη παράσταση, τους Όρνιθες, κύριος παράγοντας επιλογής ήταν ότι δεν είχα επισκεφθεί ποτέ ούτε είχα παρακολουθήσει παράσταση στο Αρχαίο Θέατρο του Άργους. Βασική μου πληροφορία ήταν ότι σκηνοθετούσε ο Γιάννης Κακλέας, που η περσινή του δουλειά με είχε ικανοποιήσει αρκετά. Το εμπορικό «ατού» της παράστασης ήταν τα ονόματα των δύο πρωταγωνιστών, δηλαδή του Βασίλη Χαραλαμπόπουλου και του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου και το γεγονός ότι θα ακουγόταν η μουσική που είχε γράψει ο Χατζιδάκις για τους Όρνιθες του Κουν. Φαίνεται όμως ότι πέραν της εμπορικής επιτυχίας, δεν υπήρξαν άλλες βλέψεις από τον σκηνοθέτη, ο οποίος είχε επιμεληθεί και τη διασκευή του έργου. Μία διασκευή που επικέντρωνε όλη τη δράση στους δύο πρωταγωνιστές-ονόματα, οι οποίοι έμειναν σε ερμηνείες εξωτερικές, μέσα στη μανιέρα που έχουμε συνηθίσει να τους βλέπουμε. Εκτός του ότι οι υπόλοιποι ηθοποιοί είχαν αφεθεί να περιφέρονται κυριολεκτικά πάνω στη σκηνή, χωρίς αιτία και χωρίς σκοπό, επισκιάστηκαν εντελώς και μείνανε σε ρόλους κομπάρσου. Η ίδια η διασκευή υπέπεσε σε πολλές ευκολίες για να προκαλέσει το γέλιο, επιθεωρησιακού τύπου ατάκες παρμένες από την επικαιρότητα και δήθεν αστείες βωμολοχίες από αυτές που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τα τελευταία χρόνια σε όλες τις αριστοφανικές παραστάσεις. Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα της παράστασης ήταν η αισθητική της. Τρέντυ χορευτές περιδιάβαιναν τη σκηνή με τα φτερά τους, λικνιζόμενοι σε στυλ νυχτερινής εξόδου στα μπουζούκια, ενώ η Αηδόνα ντυμένη ως go go girl, με άσπρες ψηλές μπότες και άσπρο κορμάκι, επιδιδόταν σε σέξυ χορούς υπό τους ήχους του «Ω καλή μου ξανθιά» του Χατζιδάκι. Απερίγραπτη και εξοργιστική αισθητική, που σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα εξαφάνισε το έργο, αφήνοντας πολλά ερωτηματικά για την παραγωγή.

Δεύτερη παράσταση αρχαίου δράματος, ένας ακόμα Αριστοφάνης, από το Θέατρο του Νέου Κόσμου, παράσταση που επέλεξα να δω πραγματικά τυχαία: οι Εκκλησιάζουσες. Ήταν και η μεγαλύτερη έκπληξη του καλοκαιριού. Ένας θίασος με εμφανή καλή συνεργασία, αυτό που ονομάζουμε «χημεία», με πολύ καλές ερμηνείες (και τεράστια έκπληξη τον εκπληκτικό Κώστα Κόκλα), με πραγματικά όμορφα κοστούμια, με πολύ δουλεμένη κίνηση και ξεχωριστή μουσική, που έδινε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον στα χορικά. Και κυρίως με μία νέα απόδοση στα νέα ελληνικά, που πρότεινε ξεχωριστό τρόπο να φανούν οι παραλληλισμοί με το σήμερα. Η σκηνοθετική γραμμή επέλεξε, σε αυτό το πνεύμα, να προσδώσει στην  Πραξαγόρα μαντικές ιδιότητες για το μέλλον, έτσι ώστε να διευκολύνει την αναγωγή του αριστοφανικού κειμένου στην επικαιρότητα. Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος «μάζεψε» σε αυτή την παράσταση κάποιους από τους καλύτερους δημιουργούς της εποχής μας και το αποτέλεσμα δε μπορούσε παρά να είναι όχι μόνο ουσιαστικό και αισθητικά άρτιο, αλλά και αστείο και γαργαλιστικά πικρό, όπως αρμόζει στον Αριστοφάνη. Ίσως να πρόκειται για τη δεύτερη μόλις πραγματικά καλή παράσταση Αριστοφάνη που έχω παρακολουθήσει ως τώρα.

Εκκλησιάζουσες -η στιγμή της υπόκλισης.

Η μόνη τραγωδία που κατάφερα να παρακολουθήσω ήταν ο Οιδίπους Τύραννος, σε σκηνοθεσία ενός γνώριμου στο ελληνικό κοινό λιθουανού σκηνοθέτη, του Τσέζαρις Γκραουζίνις. Η τραγωδία αυτή έχει ιδιαίτερο βάρος, τόσο γιατί θεωρούταν ήδη από την αρχαιότητα ως υπόδειγμα έργου (αυτήν χρησιμοποιούσε ο Αριστοτέλης στην Ποιητική του ως παράδειγμα), όσο και γιατί η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού κοινού έχει μία παραπάνω εξοικείωση μαζί της, λόγω του ότι διδάσκεται το κείμενο στο λύκειο. Επομένως, οι προσδοκίες από μία παράσταση του έργο είναι αυξημένες. Η συγκεκριμένη ξεκίνησε με ένα τέχνασμα που βλέπουμε συχνά τελευταία στο ελληνικό θέατρο: ένας περιπλανώμενος θίασος μπαίνει στη σκηνή, μεταφέροντας όλα τα αντικείμενα και τα σκηνικά που χρειάζεται για την παράσταση. Υποθέτω πως το εύρημα αυτό χρησιμοποιείται τόσο συχνά γιατί θεωρείται πως προσδίδει μία έντονη θεατρικότητα στην παράσταση, κάνοντας εμφανές στο κοινό ότι πρόκειται για «παιχνίδι». Η έννοια του παιχνιδιού ήταν διάχυτη σε όλη την παράσταση, οι ηθοποιοί έπαιζαν μεταξύ τους και με τις φωνές τους και βοηθούσαν στις μεταμφιέσεις των άλλων. Ήταν σίγουρα μία παράσταση που είχε μία πρόταση παρουσίασης, μία παράσταση που δεν κοιτούσες το ρολόι σου, ωστόσο λίγο υπερφορτωμένη σε σκηνοθετικά ευρήματα. Στους δύο πρωταγωνιστικούς ρόλους, ο Αιμίλιος Χειλάκης δε φάνηκε να έχει το απαραίτητο βάρος για Οιδίποδας, ενώ αντίθετα ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης κέρδισε για άλλη μία φορά τις εντυπώσεις, ερμηνεύοντας τρεις ρόλους: Τειρεσία, Ιοκάστη και Θεράποντα. Εκτίμησα ιδιαίτερα το γεγονός ότι η τύφλωση του Οιδίποδα δεν αποδόθηκε με αίματα και λοιπά εφέ που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε, αλλά απλώς με μία αποστροφή του Οιδίποδα προς το φως: κρύβει με τα μπράτσα του τα μάτια του.

Ταυτότητα παραστάσεων:

Όρνιθες – ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κρήτης
Σκηνοθεσία-απόδοση κειμένου Γιάννης Κακλέας, μουσική Μάνος Χατζιδάκις, σκηνικά Μανόλης Παντελιδάκης, κοστούμια Βάλια Μαργαρίτη/Μανόλης Παντελιδάκης, χορογραφίες Κυριάκος Κοσμίδης, φωτισμοί Γιώργος Τέλλος, μουσική επιμέλεια/διδασκαλία Αλέξιος Πρίφτης

Ερμηνεύουν: Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, Κώστας Μπερικόπουλος, Γιώργος Χρυσοστόμου, Βαγγέλης Χατζηνικολάου, Σωκράτης Πατσίκας, Αγορίτσα Οικονόμου, Σταύρος Σιόλας, Μάρα Βλαχάκη, Προκόπης Αγαθοκλέους
Χορεύουν: Ivan Svitailo, Σοφία Μιχαήλ, Alain Rivero
Συμμετέχει ο τραγουδιστής Σταύρος Σιόλας.

Εκκλησιάζουσες – Θέατρο του Νέου Κόσμου
Σκηνοθεσία Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, απόδοση κειμένου Βασίλης Μαυρογεωργίου, μουσική Θάνος Μικρούτσικος, σκηνικά-κοστούμια Άγγελος Μέντης, χορογραφίες Αγγελική Στελλάτου, σχεδιασμός φωτισμών Σάκης Μπιρμπίλης, μουσική διδασκαλία Θανάσης Αποστολόπουλος
Ερμηνεύουν: Δάφνη Λαμπρόγιαννη, Κώστας Κόκλας, Γιώργος Πυρπασόπουλος, Παντελής Δεντάκης, Νίκος Καρδώνης, Στράτος Χρήστου, Γεωργία Γεωργόνη
Χορός: Μαίρη Σαουσοπούλου, Ντίνη Ρέντη, Πολυξένη Ακλίδη, Ειρήνη Γεωργαλάκη, Μαρία Γεωργιάδου, Γεωργία Γεωργόνη, Άντρη Θεοδότου, Κατερίνα Μαούτσου, Σωτηρία Ρουβολή, Ειρήνη Φαναριώτη, Έλενα Χατζηαυξέντη

«Οιδίπους τύραννος» – ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βόλου & αρτivities
Μετάφραση Μίνως Βολανάκης, σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις,  σκηνικά-κοστούμια Κέννι Μακλίλαν,  φωτισμοί Νίκος Βλασόπουλος, μουσική Δημήτρης Θεοχάρης
Ερμηνεύουν: Αιμίλιος Χειλάκης, Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Χρήστος Σαπουντζής, Κώστας Κορωναίος, Αλμπέρτο Φάις, Γιάννης Τσεμπερλίδης, Κώστας Σειραδάκης, Παναγιώτης Εξαρχέας, Ονίκ Κετσογιάν, Γιώργος Παπανδρέου, Τζεφ Μααράουι

Ο Μολιέρος στην Επίδαυρο

Αμφιτρύων του Μολιέρου
Εθνικό Θέατρο
Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου – 3 Αυγούστου 2012

Και μόνο το ότι ο Λευτέρης Βογιατζής ξανασκηνοθέτησε φέτος για την Επίδαυρο, ήταν μεγάλο γεγονός. H κάθοδος στο αργολικό θέατρο είχε από μόνη της τη θέση μίας ξεχωριστής εμπειρίας. Το καστ των ηθοποιών πολλά υποσχόμενο, κινούμενο ανάμεσα στις γνωστές επιλογές τους σκηνοθέτη. Τι ήταν όμως αυτό που είδαμε τελικά; Τολμάω μία πιο ψύχραιμη και προσωπική ματιά, σε σχέση με τον γενικό ενθουσιασμό, για μία παράσταση που όλα λένε ότι θα έπρεπε να μου αρέσει.

Το σκηνικό της Εύας Μανιδάκη ήταν ένα γαϊτανάκι, που δεν χρησιμοποιήθηκε επαρκώς ως εύρημα.

Η πλήξη ήταν το κύριο συναίσθημά μου όση ώρα παρακολουθούσα την παράσταση, συναίσθημα που με κυρίεψε από το πρώτο δεκάλεπτο. Ο Χρήστος Λούλης έκανε εντυπωσιακή είσοδο στην ορχήστρα πάνω σε ξυλοπόδαρα, συνομιλώντας με τη Στεφανία Γουλιώτη που ως Νύχτα αναρριχήθηκε στην κορυφή του σκηνικού. Και αμέσως μετά αυτή την πρώτη σκηνή έγινε η πρώτη κοιλιά, όταν βγήκε ένας ηθοποιός που καθόλου δεν περιμένεις να «ρίξει» έτσι μία παράσταση: ο πάντα καλός Δημήτρης Ήμελλος ως Σωσίας, έδωσε μία ερμηνεία που θύμιζε τηλεοπτικό χαρακτήρα. Είναι δύσκολο ακόμα και να θυμηθώ το περιεχόμενο της σκηνής αυτής. Η συνέχεια της παράστασης ήταν παρόμοια και πολλές ήταν οι φορές που όσοι καθόμασταν στο άνω διάζωμα δεν ακούγαμε τι έλεγαν οι ηθοποιοί. Κάποιοι από αυτούς, κυρίως η Α. Μουτούση και η Ε. Σαουλίδου είχαν τις αναμενόμενες ερμηνείες τους, κάτι που δημιουργεί ερωτήματα περί μανιέρας.

Λοιπά ερωτήματα που δημιουργήθηκαν από την παράσταση ήταν τα εξής: κατά πόσο τελικά ταίριαζε το συγκεκριμένο έργο στην Επίδαυρο; Το μεγαλύτερο μέρος του κοινού είχε αυτή τη συζήτηση ενώ αποχωρούσε από το θέατρο. Κατά τη γνώμη μου ο χώρος ισοπέδωσε εντελώς το έργο, που φάνηκε «λίγο». Εκτός αυτού, ήταν πασιφανές ότι η παράσταση είχε σκηνοθετηθεί για κλειστό χώρο, φαινόταν από τα σκηνοθετικά ευρήματα, από την γενικότερη «ησυχία» που κυριαρχούσε στο ρυθμό και την ένταση. Επίσης, το σκηνικό της Εύας Μανιδάκη ήταν ένα γαϊτανάκι, που προφανώς ήθελε να δηλώσει ότι πρόκειται για ένα παιχνίδι. Ωστόσο, σαν εύρημα εξαντλήθηκε από την αρχή, χρησιμοποιήθηκε για να καθίσουν και να περιστρέφονται οι ηθοποιοί και να αναρριχηθεί η Νύχτα-Στεφανία Γουλιώτη στην κορυφή ως παρατηρητής της παράστασης. Έπειτα το γαϊτανάκι δίπλωσε στο πλάι και απέμεινε μία ξερή μεταλλική κατασκευή στο μέσον της ορχήστρας. Και μιας και αναφέρθηκε η Σ. Γουλιώτη, άλλο ένα τεράστιο ερώτημα ήταν ο ρόλος της. Καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης περιφερόταν στη σκηνή με μίνι, γόβες και γυαλιά μυωπίας, με βήμα που έμοιαζε με μεθυσμένου, κρατούσε το κείμενο και παρενέβαινε δήθεν «διορθώνοντας» τους ηθοποιούς. Ήταν ένας σκηνοθέτης-βοηθός; Πάντως ήταν ένας ρόλος που έμοιαζε πέρα για πέρα περιττός!

Σίγουρα, το έργο αυτό θα είχε άλλη δύναμη σε κλειστό χώρο, θα δημιουργούσε μία μοναδική ατμόσφαιρα. Ως θετικά σημεία της παράστασης, νομίζω αξίζει να αναφερθούν τα εξής: Κατά πρώτον, υπήρξαν κάποιες ξεχωριστές ερμηνείες. Ο Χρήστος Λούλης για άλλη μία φορά επέδειξε το υποκριτικό του μέγεθος, ως Ερμής. Είναι ένας ηθοποιός με φοβερή ενέργεια και εκτόπισμα επί σκηνής. Ο Γιώργος Γάλλος δημιούργησε μία ερμηνεία-κέντημα, με λεπτές αποχρώσεις συναισθημάτων. Πολύ καλός ήταν και ο «χορός» των Στρατηγών, με εξέχοντα τον Κωνσταντίνο Αβαρικιώτη. Επίσης, πολύ θετικό στοιχείο της παράστασης ήταν το αισθητικό κομμάτι. Ανεξάρτητα από τη λειτουργία και τη χρήση του, το σκηνικό της  Εύας Μανιδάκη, σε συνδυασμό με τα κοστούμια του πάντα εξαιρετικού Άγγελου Μέντη, δημιουργούσαν ένα πολύ θεατρικό σύμπαν. Λίγο να απέστρεφε ο θεατής το βλέμμα από την ορχήστρα, όταν ξανακοιτούσε προς τα εκεί έβλεπε μία εικόνα ξεχωριστής ομορφιάς, με τους ηθοποιούς τέλεια τοποθετημένους και με τα πράσινα κοστούμια τους να θυμίζουν κούκλες, με μία κινησιολογία ξεχωριστή, με μία θεατρικότητα που ξεχείλιζε.

Θα μου είναι δύσκολο να θυμάμαι αυτή την παράσταση για πολύ καιρό, ωστόσο σίγουρα θα θυμάμαι τη στιγμή της υπόκλισης του θιάσου. Ο Λευτέρης Βογιατζής καταβεβλημένος ανέβηκε για να υποκλιθεί κι αυτός στο κοινό, που τον αποθέωσε. Θα προσπαθήσω να την ξαναδώ στην περιοδεία της, σε θέση διαφορετική από το άνω διάζωμα όπου καθόμουν, ίσως με τον καιρό να «κουρδιστεί» κάπως καλύτερα.

Η στιγμή της υπόκλισης.

Ταυτότητα της παράστασης
Μετάφραση Χρύσα Προκοπάκη, σκηνοθεσία Λευτέρης Βογιατζής, σκηνικά Εύα Μανιδάκη, κοστούμια Άγγελος Μέντης, μουσική Δημήτρης Καμαρωτός, κίνηση Ερμής Μαλκότσης, φωτισμοί Λευτέρης Παυλόπουλος, βοηθοί σκηνοθέτη Χάρης Φραγκούλης, Ελένη Ευθυμίου

Διανομή 
Αλκμήνη Αμαλία Μουτούση, Αμφιτρύων Γιώργος Γάλλος, Δίας Νίκος Κουρής, Σωσίας Δημήτρης Ήμελλος, Ερμής Χρήστος Λούλης, Κλεάνθη Εύη Σαουλίδου, Νύχτα Στεφανία Γουλιώτη

Στρατηγοί: Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Ανδρέας Κωνσταντίνου, Χάρης Φραγκούλης, Νικόλας Χανακούλας.

Παραστάσεις:
4 και 5 Αυγούστου, Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
10 Αυγούστου, Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, Καβάλα
27 Αυγούστου, Θέατρο Δάσους, Θεσσαλονίκη
31 Αυγούστου, Θέατρο Βράχων, Βύρωνας
2 Σεπτεμβρίου, Παλαιό Ελαιουργείο, Ελευσίνα
7 Σεπτεμβρίου, Κύπρος

Η προσβολή του Θανάση Παπαγεωργίου

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΟΕΔΡΟ ΤΗΣ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΥΠΠΟΤ

ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΠΙΧΟΡΗΓΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ

 Αγαπητέ Κύριε,

 Αντιλαμβανόμενος τη δυσκολία στην οποία βρίσκεται τα τελευταία χρόνια η νοοτροπία ‘να τελειώνουμε με τους παλιούς’, νοοτροπία που υπηρετείτε με ιδιαίτερο ζήλο και που τώρα δεχτήκατε να υπηρετήσετε και επισήμως χάριν ενός αδιάφορου και αδαούς Υπουργού και των άσχετων περί αυτόν, επιθυμώ να σας συμπαρασταθώ σε αυτή τη δύσκολη θέση που σας φέρνουν αιτήσεις θεάτρων σαν και το δικό μου που, για κάποιο δικό σας λόγο, σας είναι κάρφος στο μάτι σας. Η ηρωική απόφασή σας να με επιχορηγήσετε με είκοσι χιλιάδες ευρώ, εκτός των άλλων είναι και προσβλητική. Αν ήσασταν σχετικός με τα πρακτικά του θεάτρου θα γνωρίζατε, και αν όχι θα μπορούσατε να το μάθετε διαβάζοντας την αίτησή μου, ότι για το Θέατρο ΣΤΟΑ αυτή την εποχή, είκοσι χιλιάδες είναι τα έξοδα είκοσι πέντε ημερών.

Δεν θα σας δώσω την ικανοποίηση να αισθανθείτε ότι δεν ‘αφήσατε κανέναν απόξω’. Θα βγω μόνος μου. Θα αρνηθώ αυτά τα χρήματα και θα σας τα επιστρέψω. Επειδή είμαι αξιοπρεπής και έτσι πορεύτηκα σε όλη μου την καριέρα. Έτσι θα μπορέσετε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις είκοσι χιλιάδες σε ένα σχήμα που με αυτά τα λεφτά θα μπορούσε πιθανόν να ξεκινήσει κάτι. Η ΣΤΟΑ όμως είναι ένας οργανισμός που απασχολεί κόσμο, έχει υψηλό ενοίκιο και έχει το ελάττωμα να είναι συνεπής στις υποχρεώσεις της. Θα σας ευχαριστήσω για τη γαλαντομία σας αλλά θα σας θυμάμαι για την προσβολή σας. Όχι μόνο αυτή των είκοσι χιλιάδων, αλλά κι εκείνη που δηλώσατε ότι είστε η μοναδική επιτροπή που δεν σιτίζεται από τους επιχορηγούμενους. Θα το σκεφτώ αν αξίζει τον κόπο να σας κάνω μήνυση. Απλώς υποψιάζομαι ότι ειπώθηκε πάνω στον ενθουσιασμό σας για το σπουδαίο έργο που επιτελέσατε, και πιθανόν να αναφέρεστε σε περιπτώσεις που γνωρίζετε αλλά δεν κατονομάζετε. Όμως όταν γενικολογούμε αντί να έχουμε τον ανδρισμό να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, κινδυνεύουμε να γίνουμε γελοίοι.

Σας ευχαριστώ

Θανάσης Παπαγεωργίου

29 Φεβρουαρίου 2012

Αυτή ήταν η επιστολή του Θανάση Παπαγεωργίου, προς το πρόεδρο της γνωμοδοτικής επιτροπής των θεατρικών επιχορηγήσεων, κο Δημήτρη Τσατσούλη. Θιγμένος από το γεγονός ότι θέατρο Στοά του κρίθηκε άξιο να επιχορηγηθεί με το ποσό των 20.000 ευρώ, έστειλε προς όλα τα μέσα την επιστολή αυτή, «με την παράκληση της δημοσίευσης». Προσπάθησα να διαβάσω την επιστολή αυτή χωρίς να παρασυρθώ από τις εντυπώσεις μου, κυρίως αυτές που μου έχουν δημιουργηθεί όσα χρόνια βρίσκομαι στη λίστα αποδεκτών του Στοά και λαμβάνω τις επιστολές του σκηνοθέτη με την έναρξη της θεατρικής σαιζόν. Δε νομίζω ότι τα κατάφερα.

Θα αφήσω εκτός άρθρου το ερώτημα του τι συμβαίνει με τις θεατρικές επιχορηγήσεις, με κίνδυνο να χαρακτηριστεί αυτό το κείμενο μονόπλευρο. Δεν μπορώ να κρύψω την έκπληξή μου για την επιστολή του κυρίου Παπαγεωργίου και κυρίως για το ύφος της. Ο σκηνοθέτης έχει επιλέξει να προσωποποιήσει την «αδικία» που του έγινε σε ένα μόνο πρόσωπο και να επιτεθεί προσωπικά σε αυτό, με απειλές για μηνύσεις και προσβολές περί έλλειψης ανδρισμού. Να κουνήσει επιδεικτικά το δάχτυλο τονίζοντας ότι θα θυμάται την προσβολή που του κάνανε. Πώς κρίνεται αυτή η αντίδραση του σκηνοθέτη που φαίνεται ότι θύμωσε επειδή δεν έλαβε αυτό που είχε ήδη αποφασίσει ότι άξιζε; Αναρωτιέμαι πώς αισθάνονται οι λοιποί θίασοι, παλιοί και νέοι, που μέχρι τώρα έβαζαν το χέρι στην τσέπη για να κάνουν παραστάσεις, ελπίζοντας απλώς να τα πάρουν πίσω από τα εισιτήρια, όταν διαβάζουν την ευθαρσή δήλωση του Παπαγεωργίου, ότι 20.000 ευρώ αντιστοιχούν σε 25 μέρες λειτουργίας του θεάτρου του. Σημειωτέον ότι το ποσό αυτό θα το έπαιρνε για μία μόνο παράσταση, τη Φαύστα, που έχει ξανανεβάσει στο μακρινό παρελθόν. Στις προηγούμενες επιχορηγήσεις, το Στοά είχε λάβει 82.500 ευρώ και ήταν ανάμεσα στις πρώτες θέσεις των επιχορηγούμενων θιάσων. Την υψηλότερη επιχορήγηση φέτος έλαβε το Θέατρο του Νέου Κόσμου, που για 5 παραγωγές έλαβε 95.000 ευρώ.

Φέτος, η κριτική επιτροπή, που αποτελείτο από τους Δημήτρη Τσατσούλη (πρόεδρο), Δήμητρα Κονδυλάκη (αντιπρόεδρο) και μέλη τους Κάτια Αρφαρά, Θοδωρή Γκόνη, Αντιγόνη Καράλη, Ειρήνη Μουντράκη και Λίνα Ρόζη, ακολούθησε ένα άλλο «σύστημα» προκειμένου να μοιράσει την πίτα, αφού της απόφασης είχαν προηγηθεί εξάμηνες τακτικές συνεδρίες. Η επιτροπή έπρεπε να λάβει υπόψη της δύο βασικούς και καθοριστικούς παράγοντες: το δεσμευτικό ποσόν των 2.000.000 ευρώ το οποίο είχε στη διάθεσή της και τη δηλωμένη απόφαση του Υπουργείου να ενισχυθούν περισσότερο οι νέες θεατρικές ομάδες. Το αποτέλεσμα ήταν να επιχορηγηθούν 67 θίασοι (για 89 παραστάσεις), οι οποίοι χωρίστηκαν σε ομάδες σύμφωνα με τα εξής κριτήρια: 1) θίασοι με 3-5 παραστάσεις, 2) σχήματα «ηλικίας» έως 5 ετών, 3) σχήματα ηλικίας 5-10 ετών, 4) σχήματα άνω των 10 ετών, 5) παιδικοί θίασοι. Δύο μικρά πρώτα σχόλια μόνο. Πρώτον, νομίζω ότι κατά κάποιον τρόπο, με αυτόν τον διαχωρισμό, κάποιες εξόφθαλμες «αδικίες» προηγούμενων ετών διορθώθηκαν. Και δεύτερον, η επιτροπή απ’ όσο μου επιτρέπεται να γνωρίζω είναι ολόκληρη αρκετά «σχετική με τα θεατρικά πρακτικά», σε αντίθεση με όσα ισχυρίζεται κατηγορώντας τους ο κύριος Παπαγεωργίου.

Η επίθεση του Παπαγεωργίου νομίζω ότι θίγει τη νοημοσύνη μου. Τη βλέπω σαν μία δήθεν επανάσταση, όχι γιατί διαφωνεί ουσιαστικά με το θεσμό των επιχορηγήσεων και άρα γι αυτό αρνείται να επιχορηγηθεί -κάτι που θα συνιστούσε όντως μία συνεπή και αξιοπρεπή στάση- αλλά γιατί δεν του άρεσε το αποτέλεσμα. Και σαν θυμωμένο παιδί εξαπολύει φοβέρες προς τους υπευθύνους γιατί δεν έγινε αυτό που ήθελε. Θεωρεί, βέβαια, ο σκηνοθέτης δεδομένο ότι θα επιχορηγείται από το κράτος, για να ανεβάζει στο Στοά ό,τι έχει σκεφτεί, ακόμα και επαναλήψεις, χωρίς καμία άλλη προσπάθεια να μπορέσει το θέατρο να κερδίσει με άλλον τρόπο την επιβίωσή του, κάτι που έχουν κάνει άλλα θέατρα εδώ και καιρό, όπως άλλωστε οφείλουν. Ότι θα πρέπει να είναι το Στοά ένα είδος θεάτρου «υπεράνω» των υπολοίπων που έχουν νέες προτάσεις, προσπαθούν εξίσου ή περισσότερο. Και μάλιστα ότι είναι τόσο σημαντικό θέατρο ώστε η επιτροπή και ο πρόεδρός της το έβαλαν στο μάτι, συγκεκριμένα αυτό, και κατάστρωσαν σχέδιο εξόντωσής του. Δεν εξετάζω αν είναι σημαντικό, είναι νομίζω υπεράνω συζήτησης, η έλλειψη όμως μετριοφροσύνης είναι ενοχλητική. Ό,τι κι αν θέλει να πει ο κος Παπαγεωργίου, το ύφος και η επιχειρηματολογία του είναι κατώτερα των περιστάσεων και του ήθους που θα έπρεπε να προβάλλει ένας έμπειρος και άξιος θεατράνθρωπος. Είναι απλά απογοητευτικό.

Δυστυχώς κι εγώ, όπως και ο κος Παπαγεωργίου, δυσκολεύομαι να ξεχάσω κάποια πράγματα. Όπως είπα και στην αρχή, είμαι αρκετά χρόνια αποδέκτρια των επιστολών που στέλνονται ο στους φίλους του Στοά και κάθε χρόνο διαπιστώνω το πόσο ο συγκεκριμένος θεατράνθρωπος, παρά την πολυετή και σημαντική πορεία που έχει διαγράψει στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο, χαρακτηρίζεται από μία υπέρμετρη αυτοπεποίθηση και την πεποίθηση ότι μπορεί, έως και επιβάλλεται, να κρίνει και να κατακρίνει την ελληνική θεατρική πραγματικότητα και τους συναδέλφους του, με γλώσσα που αγγίζει τα όρια του απαράδεκτου, κάτι που άλλωστε διαφαίνεται και στην παραπάνω επιστολή. Πιο ακραία απ’ όλες βρίσκω νομίζω – και κλείνω με αυτό- την επιστολή του, το 2008, μετά την πολυσυζητημένη παράσταση της Μήδειας, σε σκηνοθεσία Ανατόλι Βασίλιεφ, με τη Λυδία Κονιόρδου στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Εκεί κατηγορεί, χωρίς να κατονομάζει βέβαια, τους δημιουργούς της παράστασης για πνευματικό ξεσάλωμα, για λαίλαπα ασυναρτησίας με το πρόσχημα της ανανέωσης, για εκμετάλλευση νέων ηθοποιών, για φτηνή εξαργύρωση του σεβασμού που έχουν κερδίσει «κάποιοι», θεωρώντας τέλος, τον εαυτό του μία από τις ελάχιστες φωνές που επιμένουν να αντιστέκονται, δεχόμενοι διαρκώς επίθεση ως παλιομοδίτες.

Η θέση που έχει κρατήσει ο κος Παπαγεωργίου για τον εαυτό του στο ελληνικό θέατρο χρειάζεται καλύτερη υποστήριξη από τον ίδιο. Και όπως σε όλες τις περιπτώσεις, χρειάζονται πράξεις, όχι λόγια, ιδίως τέτοιας φύσεως.

Με αφορμή τις «Φυλακισμένες» στη Ρόδο: Τι είναι τελικά επαγγελματική παράσταση;

Φυλακισμένες
Δημοτικό Θέατρο Ρόδου
Κυριακή 19 Φλεβάρη 2012 

Έχω προβληματιστεί αρκετά σχετικά με το αν θα έπρεπε να εκφράσω από εδώ τη γνώμη μου για την παράσταση «Φυλακισμένες», που παρουσιάστηκε στο Δημοτικό Θέατρο της Ρόδου, από τη θεατρική ομάδα Πράξις. Η παράσταση ήταν σε σκηνοθεσία Κώστα Κατσουλάκη, έκανε πρεμιέρα στις 17 Φλεβάρη και συνέχισε για 6 παραστάσεις. Οι ενστάσεις μου αφορούν το αν θα πρέπει μία παράσταση με τόσο εμφανή ερασιτεχνισμό, να κριθεί με όρους ίσους με μία αμιγώς επαγγελματική. Ωστόσο, εφόσον κλήθηκα να πληρώσω αντίτιμο για να την παρακολουθήσω, θεωρώ ότι έχω δικαίωμα να γράψω την άποψή μου, αφού οι ίδιες οι βλέψεις τις ομάδας ήταν επαγγελματικές.

Χαρακτηριστική σκηνή της παράστασης.

Στο τεύχος 7 του περιοδικού Νησίδες και στο άρθρο με τίτλο «Μετά το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. τι;», ο υπογράφων Αυγουστίνος Τσιριμώκος συστήνει την ομάδα σαν ένα παρακλάδι της αστικής μη κερδοσκοπικής ομάδας Πράξις, η οποία λειτουργεί από το 1996, ωστόσο μόλις πρόσφατα λειτούργησε η επαγγελματική σκηνή της, παρουσιάζοντας (υποθέτω την περασμένη χρονιά) τις παραστάσεις Ένα λεύτερο ζευγάρι του Ντάριο Φο και Μην παίζεις με τα χώματα της Στέλλας Βλαχογιάννη. Βρίσκω ακόμα στο δελτίο τύπου, την αναφορά ότι το καλοκαίρι ανέβασε Το μεγάλο μας τσίρκο, αλλά μάλλον εδώ μπερδεύονται τα όρια ανάμεσα στις δύο ταυτότητες της ομάδας. Τη σκηνοθεσία των παραστάσεων της επαγγελματικής ομάδας αναλαμβάνει το πρώην μέλος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ, Κώστας Κατσουλάκης. Και κάπου σ’ αυτό το σημείο αρχίζει η συζήτηση για το τι εστί επαγγελματική παράσταση. Έχω συγκρουστεί κάποιες φορές για την έννοια του όρου. Αναφέρω χαρακτηριστικά το εξής περιστατικό από το παρελθόν: όταν μετά από μία πραγματικά καλή ερασιτεχνική παράσταση από το θεατρικό εργαστήρι ενός δήμου, πήγα να συγχαρώ τη σκηνοθέτη λέγοντάς της ότι πρόκειται για παράσταση που ξεπερνάει κατά πολύ τις ερασιτεχνικές, αυτή πραγματικά θίχτηκε. Η παράσταση δεν είναι ερασιτεχνική, μου απάντησε, γιατί εγώ το κάνω επαγγελματικά, πληρώνομαι από αυτό! Φυσικά οι ηθοποιοί της παράστασης ήταν ερασιτέχνες και η είσοδος ήταν ελεύθερη. Τι συνιστά, λοιπόν, κριτήριο για το αν μία παράσταση είναι επαγγελματική;

Κατά τη γνώμη μου, η σύσταση της ομάδας, αν δηλαδή αποτελείται από ανθρώπους που έχουν σπουδάσει και εργάζονται ως σκηνοθέτης, ηθοποιός, σκηνογράφος κλπ. και φυσικά το αν προσβλέπουν σε κάποιο οικονομικό όφελος από την καλλιτεχνική τους δραστηριότητα. Όταν οι άνθρωποι έχουν τη θεατρική ομάδα σαν χόμπυ και πραγματικά δεν έχει καμία σημασία το πόσο «καλοί» είναι σε αυτό που κάνουν, παρά μόνο συμμετέχουν σε μία παράσταση γιατί συμμετέχουν και στο θεατρικό εργαστήρι, τότε ένα βασικό στοιχείο του επαγγελματισμού λείπει. Στα θεατρικά εργαστήρια διδάσκουν, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, επαγγελματίες σκηνοθέτες ή ηθοποιοί και κάποιες λίγες φορές, όταν είναι εφικτό, συνεργάζονται και επαγγελματίες σκηνογράφοι και ενδυματολόγοι, ίσως και φωτιστές. Παρόλα αυτά, η παράσταση παραμένει το πόνημα μίας ομάδας ανθρώπων που τυχαία βρεθήκαν και συνέχισαν.

Το σκηνικό της παράστασης, με τους χαρακτηριστικούς κόκκινους προβολείς.

Στις «Φυλακισμένες» υπήρχε τεράστιο πρόβλημα στις ερμηνείες. Τόσο μεγάλο και ενοχλητικό, που προσωπικά αδυνατούσα να δω τις οποιεσδήποτε αρετές της σκηνοθεσίας, πέραν του ότι ήταν τολμηρή, όπως πραγματικά αρμόζει σε ένα τέτοιο έργο. Ιδιαίτερα όμως οι αντρικοί ρόλοι ήταν υπέρ το δέον προβληματικοί, σε βαθμό κάποιες στιγμές να δημιουργούνται κενά και να ακυρώνονται οι ερμηνείες των υπολοίπων (για παράδειγμα το «μην ταράζεστε, ηρεμήστε» που απευθυνόταν στον απαθέστατο και εντελώς ακίνητο και ανέκφραστο ιερέα). Η παράσταση είχε ένα ικανοποιητικό σκηνικό και επιβλητικούς φωτισμούς, οι οποίοι νομίζω σε κάποιο σημείο κούρασαν.

Μεγάλη επιτυχία της ομάδας ήταν ωστόσο, ότι το έργο των Ιγνάθιο δελ Μοράλ και Βερόνικα Φερνάντεθ (σε μετάφραση Μαρίας Χατζηεμμανουήλ), τους οποίους γνωρίζουμε από άλλα έργα τους όπως το Τηλεφώνησε ο γιος σου, παρουσιάστηκε για δεύτερη φορά στην Ελλάδα, που μπορεί να θεωρηθεί και κάτι σαν πρώτη, αφού η πρεμιέρα του έγινε από τους τελειόφοιτους της δραματικής σχολής Δήλος, το καλοκαίρι του 2010. Και χωρίς να ξεχνάμε το πόσο ελλειμματική είναι η θεατρική σκηνή στη Ρόδο, το γεγονός αυτό αποτελεί μεγάλη επιτυχία της ομάδας.

Ελληνικό Εθνικό Θέατρο

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό cityvibes – www.city-vibes.gr/ 

Εθνικό Θέατρο
Η αυλή των θαυμάτων – 28/12/2011
Η Νίκη
– 5/1/2012

Όταν ανακοινώθηκε το φετινό πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου, ήμουν από αυτούς που δεν μπορούσαν να κρύψουν την απορία, την έκπληξη και ίσως τη δυσπιστία τους για την ευστοχία των επιλογών. Από το σύνολο των 10 παραστάσεων (εξαιρώ τα παιδικά), οι δύο είναι έργων του Σαίξπηρ, η μία ενός έργου του «νεοφερμένου» στην Ελλάδα Ουαζντί Μουαουάντ, ενώ τα υπόλοιπα 7 ανήκουν σε έλληνες συγγραφείς. Από αυτά, τα δύο είναι σύγχρονα έργα, γραμμένα από τους Ρέππα-Παπαθανασίου και Κιτσοπούλου-Τσίρο και τα υπόλοιπα 5 ανήκουν στους παλαιότερους, κλασσικούς, αν μου επιτρέπεται η έκφραση, έλληνες συγγραφείς. Ακόμα και η παράσταση της Άλλης Διάστασης, του κύκλου παράλληλων εκδηλώσεων, αφορά την Ερωφίλη του Χορτάτση.

Το Εθνικό ξεκίνησε τη σαιζόν του με μία φοβερή επιτυχία, τον Κόκκινο Βράχο του Ξενόπουλου, σε σκηνοθεσία Ρούλας Πατεράκη, μία παράσταση που έτυχε θερμότατης υποδοχής τόσο από την κριτική, όσο και από τους θεατές, η προσέλευση των οποίων οδήγησε σύντομα σε sold out. Επόμενες παραστάσεις ήταν ο Βασιλικός του Αντωνίου Μάτεση, σε σκηνοθεσία του εσχάτως ξεσπιτωμένου Σπύρου Ευαγγελάτου, που έλαβε χλιαρότερα σχόλια και η σύγχρονή Ξένος σε έργα του Γιάννη Τσίρου και Λένας Κιτσοπούλου. Τις μέρες των Χριστουγέννων παρακολούθησα τις δύο επόμενες «κλασσικές παραστάσεις» που παίζονταν τότε, την Αυλή των Θαυμάτων του Ιάκωβου Καμπανέλλη και τη Νίκη της Λούλας Αναγνωστάκη. Φυσικά τις παραστάσεις δεν τις παρακολούθησα για τα ίδια τα έργα, αφού πρόκειται για κείμενα που έχουν αποδείξει την αξία τους και έχουν βρει τη θέση τους στην ιστορία της σύγχρονής ελληνικής δραματουργίας. Το ενδιαφέρον αυτών των δύο, αλλά και όλων των υπολοίπων «ελληνικών» παραστάσεων, έγκειται στο κατά πόσο αυτά τα έργα αυτά τα έργα μπορούν να μεταφερθούν στο σήμερα, αφού αφορούν συγκεκριμένες εποχές και κοινωνικές συνθήκες.

Η κύρια προβολή στην παράσταση του Γιάννη Κακλέα.

Η αυλή των θαυμάτων, γραμμένη το 1957, μιλάει για μία μεταβατική εποχή, αναγκαίων αλλαγών στις ζωές των ανθρώπων. Για ματαιωμένα όνειρα και ελπίδες, για μία καθημερινότητα που συνθλίβει και οδηγεί σε ακραίες λύσεις, όπως η μετανάστευση. Ο Γιάννης Κακλέας προσπάθησε να αποδείξει ότι το έργο μας αφορά ακόμα και σήμερα. Με ποιον τρόπο; Με πολλές προβολές καταρχήν: πρώτα την πλατεία απέναντι από το Εθνικό Θέατρο, επί της Αγίου Κωνσταντίνου (με όλους όσους συχνάζουν εκεί, με ύποπτες συναντήσεις και ίσως συναλλαγές), έπειτα προτομές ηρώων και προσωπικοτήτων της Ελλάδας, όπως για παράδειγμα ο Διονύσιος Σολωμός και τέλος άδειες διαφημιστικές πινακίδες. Αναρωτήθηκα πολύ για το τι μπορεί να σημαίνουν αυτές οι προβολές. Κατέληξα στο ότι ο Κακλέας προσπαθούσε να βρει το αντίστοιχο της τότε αυλής, ενός χώρου όπου το δημόσιο και το ιδιωτικό συναντιούνταν. Η ιδιωτικότητα όμως έχει υπερισχύσει τόσο πολύ σήμερα, που δεν μπορεί να βρεθεί η αντιστοιχία. Ανατρέχω στις σημειώσεις που κράτησα τη βραδιά της παράστασης και μπαίνω στον πειρασμό να αντιγράψω επακριβώς μία φράση: «Σοβαρό ζήτημα επικαιρότητας του έργου». Ναι, και σήμερα οι άνθρωποι βρίσκονται ενώπιων του διλήμματος της μετανάστευσης. Φτάνει όμως η αναφορά στην Αυστραλία και το αγανακτισμένο «όχι, εγώ θα μείνω στην πατρίδα μου» για να αισθανθούμε ότι το έργο μπορεί να μιλήσει για τα σημερινά μας δεινά;

Κατά τη γνώμη μου όχι. Οι όμοιες καταστάσεις δεν φτάνουν για να αντικαταστήσουν τους ανόμοιους όρους. Η αυλή δεν υπάρχει. Οι ήρωες δεν έχουν αντίστοιχο στην εποχή μας και οι κατά τα άλλα αριστουργηματικοί διάλογοι του Καμπανέλλη μοιάζουν κούφιοι. Ο Κακλέας έχει προσπαθήσει να τους ντύσει κυριολεκτικά με σύγχρονα κοστούμια, όπως τα σούπερ μίνι των ηρωίδων και τα πανύψηλα τακούνια (που φοράει ακόμα και η γριά κακοντυμένη Αστά, δημιουργώντας μία φοβερή αισθητική και τελικά δραματουργική παραφωνία). Απέλπιδα προσπάθεια επικαιροποίησης μοιάζει η εισβολή των ΜΑΤ στη σκηνή, για να κατεβάσουν τον Ιορδάνη από το ταρατσάκι του. Από την παράσταση ξεχώρισαν παρόλα αυτά, δύο ερμηνείες, της Μίνας Αδαμάκη ως Αννετώ και του ολοένα και καλύτερου τα τελευταία χρόνια Νίκου Ψαρρά, στο ρόλο του Στράτου.

Αν στην Αυλή των θαυμάτων έγινε μία προσπάθεια να επικαιροποιηθεί το έργο, κάτι τέτοιο μοιάζει να μην επιχειρήθηκε καν στην Νίκη της Αναγνωστάκη. Τι ήταν αυτό που κλήθηκε να δει ο θεατής στην παράσταση του Βίκτωρα Αρδίττη; Το ερώτημα παραμένει αναπάντητο. Ο ίδιος ο Αρδίττης αναρωτιέται: «ξεκινήσαμε από μια αναλυτική διερεύνηση των προσώπων, των σχέσεων και των καταστάσεων για να “ανοίξουμε” το έργο σε διαστάσεις του, κρυφές και ποιητικές, που το κάνουν απελπιστικά ενεργό στο σήμερα. Πόσο διαφορετικά πρέπει και μπορεί να ανέβει σήμερα η Αναγνωστάκη;». Η παράσταση ήταν μία καλή απόδοση του έργου. Δεν ξέρω πώς ήταν η πρώτη παράσταση του έργου, πριν από 35 χρόνια, αλλά οι σαφείς αναφορές του κειμένου στην τότε επικαιρότητα δημιουργούν κούραση: οι περιγραφή των γειτονιών των δυτικών προαστίων και ιδιαίτερα οι αναφορές στον εμφύλιο, κάνουν τον θεατή να αγωνίζεται διαρκώς να εντοπίσει την επαφή με το σήμερα. Όλοι ξέρουμε ότι και παλαιότερα οι Έλληνες έψαξαν τη λύση στη μετανάστευση, αλλά η Νίκη μοιάζει να μην μπορεί να αποδώσει την αναταραχή και το πνεύμα της εποχής μας. Από την παράσταση ξεχωρίζει η Ρέννη Πιττακή, στον ρόλο της Μάνας. Η Πιττακή στην πρώτη παράσταση του έργου κρατούσε τον ρόλο της Βάσως, που τώρα κρατάει μία ιδιαιτέρως απογοητευτική Μαρία Κεχαγιόγλου. Η Ιωάννα Κολλιοπούλου ως Μικρή είναι δυνατή, αληθινή και απολαυστική.

Το Εθνικό Θέατρο θα συνεχίσει το ελληνικό ρεπερτόριό του με τις παραστάσεις Του Κουτρούλη ο γάμος σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου και Πατρίδες των Ρέππα- Παπαθανασίου σε σκηνοθεσία των ιδίων. Το συγγραφικό δίδυμο ασχολείται και πάλι με το θέμα της μετανάστευσης που τους έχει απασχολήσει και παλαιότερα (Ο Έβρος απέναντι και Συμπέθεροι απ’ τα Τίρανα) και μπορεί το έργο να είναι σύγχρονο, αλλά μαρτυρά ότι βασίζεται σε κείμενα της μεταπολεμικής λογοτεχνίας και αυθεντικές μαρτυρίες μεταναστών. Κάτι που φαίνεται ενδιαφέρον, ωστόσο σαν θεατής εύχομαι να μην υποκύψει και αυτό στην παρελθοντολαγνεία που μοιάζει να διακρίνει το φετινό ρεπερτόριο του Εθνικού. Γιατί όπως αναφέρει και ο Χουβαρδάς, επιδίωξη της επόμενη διετίας(!) είναι να δούμε ένα πανόραμα του ελληνικού έθνους και μία αναδρομή στην ιστορία μας. Πώς έγινε όμως και διαμορφώθηκε έτσι το ρεπερτόριο του Εθνικού φέτος;

Ξαναμετράω τα έργα του ρεπερτορίου με μία διαφορετική ματιά. Δύο Σαίξπηρ, με ελληνικό βέβαια στοιχείο, χωρίς όμως πνευματικά δικαιώματα. Ένας εκ των δύο έδωσε τη δυνατότητα στον σκηνοθέτη και καλλιτεχνικό διευθυντή Γιάννη Χουβαρδά να συμμετάσχει με την παράσταση σε φεστιβάλ του εξωτερικού. Τουλάχιστον τρία παλαιότερα ελληνικά έργα χωρίς δικαιώματα. Δύο έργα καταξιωμένων και αγαπημένων Ελλήνων, εκ των οποίων ο ένας ο πρόσφατα χαμένος Ιάκωβος Καμπανέλλης.  Ένα μόλις ξένο και δύο ελληνικά σύγχρονα έργα. Απουσία και πάλι του πειραματικού στοιχείου. Ο καθένας μπορεί να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Μήπως κάτι είναι σάπιο στο βασίλειο της Δανεμαρκίας;

Σκηνοβατώντας καλοκαιριάτικα

Το άρθρο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στο μηνιαίο freepress Cityvibes – τεύχος 2, Νοέμβριος 2011.

Εθνικό Θέατρο

Σκηνοβάτες σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή

Παλαιό Ελαιουργείο Ελευσίνας – 3 Σεπτεμβρίου 2011

Κάθε καλοκαίρι το Εθνικό Θέατρο παρουσιάζει δύο παραστάσεις στην περιοδεία του. Συνήθως, αλλά όχι πάντα (το καλοκαίρι του 2009 ήταν δύο τραγωδίες, Άλκηστη και Πέρσες) είναι μία τραγωδία και μία κωμωδία. Τη θέση της τραγωδίας κατέλαβε εφέτος ο Ηρακλής Μαινόμενος, σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού και τη θέση της κωμωδίας ο σύνθεση Σκηνοβάτες, έμπνευσης και σκηνοθεσίας Σταμάτη Φασουλή. Και οι δύο παραστάσεις είχαν ένα καστ πραγματικά εκλεκτών ηθοποιών και καθώς το Εθνικό Θέατρο μου πρόσφερε αρκετές συγκινήσεις το περασμένο χειμώνα, αποφάσισα να τις παρακολουθήσω και τις δύο, στο προσφιλές μου Παλαιό Ελαιουργείο της Ελευσίνας, που αποτέλεσε έναν από τους τελευταίους σταθμούς της περιοδείας τους.

Παρόλα αυτά, θα επιλέξω να μιλήσω μόνο για τους Σκηνοβάτες, μία παράσταση που θεωρώ σημαντικό να την έχει παρακολουθήσει κάποιος, για τους λόγους που θα εξηγήσω παρακάτω. Είδα την παράσταση στις 3 Σεπτεμβρίου 2011, όταν είχε ήδη παρουσιαστεί στην Επίδαυρο και σε πολλά ακόμα θέατρα. Είχε ήδη γραφτεί ότι η παράσταση ήταν μία εισπρακτική και μάλλον καλλιτεχνική αποτυχία. Ήθελα να έχω τη δική μου προσωπική εκτίμηση. Είδα επί σκηνής ένα πραγματικά πολυμελή θίασο και πολύ γνωστά ονόματα και κατάλαβα ότι το Εθνικό θεώρησε ότι με αυτήν την παράσταση παίζει το καλό του χαρτί: Νένα Μεντή, Σοφία Φιλιππίδου, Νίκος Κουρής, Τάνια Τρύπη, Θανάσης Αλευράς, Ελένη Κοκκίδου, Ευαγγελία Μουμούρη, Σωκράτης Πατσίκας, Κλειώ-Δανάη Οθωναίου κ.α.. Όλοι αυτοί οι ηθοποιοί λοιπόν, με την έναρξη της παράστασης συντάχθηκαν επί σκηνής σε τρεις θιάσους, υποδυόμενοι ηθοποιούς που θα διαγωνίζονταν μεταξύ τους, για να δουν ποιο θα είναι το καλύτερο δραματικό είδος: θίασος της Αθήνας, της Σικελία και της Φρυγίας, που θα διαγωνίζονταν σε τραγωδία αρχαία και ρωμαϊκή, κωμωδία, μίμο, φλύακα, σατιρικό δράμα, ωδές κ.α. Δραματουργικά βρισκόμαστε στο τέλος του 2ου μ.Χ, αιώνα, όταν το θέατρο έχει χάσει την παλιά του αίγλη και οι ηθοποιοί αγωνίζονται για την επιβίωσή τους.

Όμως για να ξέρεις ή έστω να συγκρατήσεις το δραματικό είδος που θα υποστήριζε ο κάθε θίασος, θα έπρεπε να έχεις ήδη μελετήσει – ο μέσος θεατής δυσκολευόταν, παρά τις εξηγήσεις του Λαέρτη Μαλκότση ως κομπέρ. Δεν αρκούσε, καθώς κανένας θίασος δεν ακολούθησε τους κανόνες που έθεσε: ξαφνικά είδαμε τη Σοφία Φιλιππίδου που υποστήριζε την τραγωδία ως καλύτερο είδος, να παίζει τον αντίπαλο φλύακα. Αυτό συνέβη με όλους τους ηθοποιούς (εννοώ τον ρόλο «ηθοποιό») και το εύρημα των αντίπαλων θιάσων ξεχάστηκε εντελώς και σχεδόν αμέσως, κάτι που σε συνδυασμό με τη μεγάλη διάρκεια της παράστασης και τη σπονδυλωτή της μορφή, δημιούργησε μεγάλες δραματουργικές ασυνέχειες και κατέστησε την παρακολούθηση ιδιαίτερα δύσκολη. Είδαμε ουσιαστικά μία ιστορία του θεάτρου, από την αρχαιότητα ως σήμερα, με τη ματιά ενός ανθρώπου που θεωρεί τον εαυτό του ειδήμονα. Λες και ο Φασουλής ήθελε να κάνει επίδειξη γνώσεων για την ιστορία και τη θεωρία του θεάτρου, σαν να ήθελε ο να μας δείξει ότι μπορεί να τα καταφέρει σε ένα τέτοιο εγχείρημα, καταλήγοντας τελικά σε ένα ανεξέλεγκτο πάτσγουορκ από έργα και στιγμές του θεάτρου, που δημιούργησε το λιγότερο έντονη ενόχληση.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν στην αισθητική. Το βλέμμα από τη μία χόρταινε: πλούσια σκηνικά (Μανόλης Παντελιδάκης), πολλά κοστούμια (Ντένη Βαχλιώτης), πολλές εναλλαγές, μουσική (Θοδωρής Οικονόμου), τραγούδι, χορός (Φωκάς Ευαγγελινός). Όμως, το σύνολο της παράστασης δεν τιμούσε καθόλου το Εθνικό Θέατρο, καθώς πολλές -πάρα πολλές- στιγμές άγγιζε επίπεδα φτηνής επιθεώρησης: μία σειρά από νούμερα, παρμένα από διάφορα έργα, γνωστά ή λιγότερο γνωστά, σαν σύντομα σκετσάκια αμφιβόλου αισθητικής και νοήματος. Στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου για παράδειγμα, ο Νίκος Κουρής εμφανίζεται ως Κλυταιμνήστρα-μινωική φιγούρα, ενώ η Σοφία Φιλιππίδου στον φλύακα που ερμηνεύει συμπυκνώνει τα νοήματα σε φράσεις αλήστου κάλλους: «Ο Ορέστης αυτό το πουστόπαιδο!», «Ο Αχιλλέας τον ψιλοέπαιρνε». Αργότερα η κατά τα άλλα ξεκαρδιστική Μήδεια του Σενέκα, ερμηνευμένη από τον Θανάση Αλευρά –το μόνο ίσως αληθινά αστείο σημείο της σύνθεσης – εμπνέεται από τον Χάρυ Πόττερ και αναφωνεί «Expecto patronum» και συμπληρώνει αργότερα: «Παντρεύεται ο Ιάσωνας, παντρεύεται αυτός ο μπινές». Τέτοιες «εύκολες» και εξυπνακίστικες φράσεις μέτρησα πολλές και δεν έχει νόημα νομίζω να της αραδιάσω, όμως πραγματικά έδωσαν στο θέαμα μία σεφερλική διάσταση, κορυφώθηκε δε με το νούμερο των «Πιτσιλουόμενων» («απόψε αν θέλεις φίλα με και ύστερα πιτσίλα με») που σχεδόν ντρεπόμουν που έβλεπα. Δεν είχα πλέον καμία αμφιβολία για τους λόγους για τους οποίους το κοινό έμεινε παγωμένο μπροστά στο θέαμα και που η παράσταση ήταν η μεγάλη αποτυχία του καλοκαιριού.

Αλλά το χειρότερο σημείο της παράστασης ήταν το φινάλε, όταν η Φιλιππίδου ως Κασσάνδρα, χορεύοντας πυρρίχιο (!) προφητεύει τον θάνατο της τραγωδίας: «Ο σκηνοθέτης θα μας πάρει όλους σκλάβους! Σκηνοθέτης-τύραννος!». Σε αυτό το σημείο αρχίζουν να παρελαύνουν όλοι οι ηθοποιοί μιμούμενοι στιγμιότυπα από παραστάσεις. Μέτρησα και αναγνώρισα: τους Πέρσες και τους Όρνιθες του Κουν, τον Ορέστη της Σαουσπίλε, την Ηλέκτρα με τη Μουτούση, την Ηλέκτρα από Τσιάνο με την Κονιόρδου, τον Οιδίποδα του Σουζούκι, τη Μαρία Κάλλας, τις παραστάσεις του Τερζόπουλου και του Λάνχοφ, τη Μήδεια του Βασίλιεφ, του πρόσφατους Πέρσες του Εθνικού, τον Οιδίποδα της Μπρούσκου και πόσα ακόμα που δεν σημείωσα ή δεν αναγνώρισα. Μία ερώτηση είχα διαρκώς: Μα τι κάνει! Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω το σκεπτικό με το οποίο ο Φασουλής παρουσίασε έργο συναδέλφων, ως υπέρτατος κριτής που θεώρησε ότι αυτές οι παραστάσεις κατέστρεψαν το μέλλον της τραγωδίας, ρίχνοντας ταυτόχρονα το μπαλάκι στο κοινό για να δώσει το βραβείο σε αυτόν που πιστεύει ότι είναι άξιος. Ταυτόχρονα σκεφτόμουν τους ηθοποιούς, πολλοί από τους οποίους είχαν παίξει σε αυτές τις παραστάσεις τις οποίες τώρα κλήθηκαν να ξεφτιλίσουν, τους σκηνοθέτες που θα πήγαν στην παράσταση και θα είδαν τον τρόπο με τον οποίο σχολιάζεται η δουλειά τους και επίσης, εμένα την ίδια ως θεατή, που ουσιαστικά σχολιαζόταν το όποιο γούστο μου. Δηλαδή αν μου είχε αρέσει η παράσταση της Μπρούσκου έχω συμβάλει στην καταστροφή της τραγωδίας και του θεάτρου; Σύμφωνα με ποιον;

Δεν μπορώ να πω ότι χαίρομαι που μία παράσταση απέτυχε, όμως αισθάνομαι κάποια ικανοποίηση που το κοινό αναγνώρισε σε αυτήν στοιχεία που δεν του άρεσαν, δεν υπέκυψε στις ευκολίες της και δεν την τίμησε με την παρουσία του. Νομίζω όμως ότι αυτή η παράσταση είχε τόσα «φάουλ» που θα έπρεπε κάποιος να την έχει παρακολουθήσει και να τη θυμάται.