Rabih Mroué – So little time: πολυεπίπεδη αφήγηση και απλότητα

Rabih Mroué

So little time

Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση – 15/5/2018

Ο Λιβανέζος καλλιτέχνης Ραμπί Μρουέ ήρθε πρόσφατα για δεύτερη φορά στην Ελλάδα και πολλοί από εμάς έσπευσαν να παρακολουθήσουν την παράστασή του στο Fast Forward Festival. Κι αυτό γιατί ο καταξιωμένος πλέον καλλιτέχνης (επαναλαμβάνω τη λέξη «καλλιτέχνης» γιατί δεν αρκεί να χαρακτηριστεί απλά σκηνοθέτης ή απλά ηθοποιός, ο Μρουέ συμμετέχει πιο σφαιρικά στη δημιουργία του), έχει καταφέρει να ξεχωρίσει για το παραστασιακό σύμπαν που δημιουργεί. Μόνο επιφανειακά μπορεί να κατατάξει κανείς τις παραστάσεις του το είδος της lecture performance και που παρά τον έντονο αφηγηματικό χαρακτήρα τους δημιουργούν πάντα έντονη συγκίνηση και προβληματισμό.

Ο Μρουέ εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 2014 , στο πρώτο Fast Forward Festival της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση. Προσωπικά με παρέσυραν τότε να τον δω φίλοι που τον είχαν παρακολουθήσει ήδη στο εξωτερικό, στο Photoromance (Μια ξεχωριστή μέρα) που παρουσίασε στην Αβινιόν το 2009 ή σε άλλες παραστάσεις στο Βρότσλαβ και στην Αβινιόν. Στη Στέγη είχαμε παρακολουθήσει το Pixelated Revolution και το Riding on cloud, δύο παραστάσεις η μία μετά την άλλη, που ακουμπούσαν περισσότερο στην παραδοσιακή φόρμα της lecture performance. Το Pixelated Revolution είχε ως θέμα τους πυροβολισμούς πολιτών από ελεύθερους σκοπευτές, στην εμπόλεμη ζώνη του Λιβάνου κι όχι μόνο. Οι προεκτάσεις του θέματος ήταν πολλαπλές: πώς ο άνθρωπος είναι πλέον τόσο εθισμένος στην εικόνα, ώστε να υπάρχουν άπειρα τέτοια ερασιτεχνικά πλάνα στο διαδίκτυο, ανοιχτά στον καθένα να τα παρακολουθήσει. Κι ακόμα, πόσο μεγάλος είναι πλέον ο εθισμός στο κινητό τηλέφωνο, ώστε να υπάρχουν άνθρωποι που καταγράφουν με το κινητό τους τον θάνατό τους, αδυνατώντας να αποτραβηχτούν και να προστατέψουν τον εαυτό τους, ακόμα κι όταν βλέπουν έναν ελεύθερο σκοπευτή να τους σημαδεύει. Στην παράσταση βλέπαμε τον Μρουέ καθισμένο σε ένα τραπέζι να μας διηγείται την ιστορία/ιστορίες, με συνοδεία προβολών που υποστήριζαν το λόγο του, υπογραμμίζοντας τις προεκτάσεις της ιστορίας σχετικά με το βλέπειν και το βλέπεσθαι, σχετικά με την αίσθηση ισχύος που δίνει ο πόλεμος, σχετικά με το πώς συμπλέκεται το προσωπικό με το καθολικό. Στο Riding on a cloud επί σκηνής βρέθηκε και ο αδερφός του Μρουέ, ο Γιασσέρ, για να μας αφηγηθεί τη δική του ιστορία. Η ιστορία ενός πολίτη που δέχτηκε τα πυρά ελεύθερου σκοπευτή. Μία συγκινητική συνέχεια της προηγούμενης αφήγησης, με εργαλεία έγγραφα αλλά και προσωπικά αντικείμενα από τη ζωή του Γιασσέρ.

Pixilated Revolution

O Rabih Mroué στο Pixilated Revolution.

Δεν είναι τυχαία η τόσο μεγάλη αναφορά στις προηγούμενες παραστάσεις του Μρουέ, καθώς αυτό το κείμενο θέλει να αναδείξει τη συνέχεια της θεματολογίας και την εξέλιξη των μέσων αφήγησης, με την παραδοχή βέβαια των κενών που προκύπτουν από το γεγονός ότι έχω παρακολουθήσει μόνο τις παραστάσεις που παίχτηκαν στην Ελλάδα. Αυτή τη φορά, με το So little time, ο Μρουέ κινήθηκε στα όρια του είδους της lecture performance, κρατώντας ως κύριο στοιχείο την εμπλοκή του προσωπικού με το συλλογικό που είχαμε δει και το 2014. Επί σκηνής αυτή τη φορά μόνο η Λίνα Μανταλανί (μόνιμη συνεργάτης και σύντροφος του Μρουέ), για να μας αφηγηθεί την ιστορία του Ντιμπ αλ Ασμάρ, του ανθρώπου που θεωρήθηκε ο πρώτος μάρτυρας στον πόλεμο στον Λίβανο. Πρόκειται για μία ιστορία που το μόνο αληθινό στοιχείο είναι τα ιστορικά γεγονότα του πολέμου. Τα γεγονότα όμως της προσωπικής ιστορίας του ήρωα είναι πέρα για πέρα φανταστικά και ο αριστοτεχνικός τρόπος που συμπλέκεται το φανταστικό κομμάτι με το πραγματικό φαίνεται από το ότι πολλοί πιστέψαμε ή αργήσαμε πολύ να καταλάβουμε ότι η ιστορία δεν είναι αληθινή. Ο Μρουέ δήλωσε έκπληκτος που η ιστορία του So little time γίνεται πιστευτή ακόμα και από Λιβανέζους, που έχουν βιώσει τα γεγονότα και ξέρουν πολύ καλά ότι ούτε μάρτυρας Ντιμπ αλ Ασμάρ υπήρξε, ούτε το άγαλμά του, ούτε πλατεία με το όνομά του.

Η Μανταλανί ξεκινά την ιστορία ως κλασικός αφηγητής-παραμυθάς. Σε τρίτο πρόσωπο αρχίζει να μας μιλάει για τον Ντιμπ , έναν άνθρωπο που έφυγε ως πολεμιστής και το σώμα του επιστράφηκε στην οικογένειά του για να το θάψει. Κηρύχτηκε μάρτυρας, ο πρώτος του λιβανέζικου έθνους, σε κεντρική πλατεία της Βυρηττού στήθηκε ένα τεράστιο μοντέρνο άγαλμά του και η πλατεία σιγά-σιγά πήρε το όνομά του. Όμως ο Ντιμπ δεν είχε πεθάνει, επέστρεψε στη Βυρηττό έκπληκτος από την τροπή των πραγμάτων και αδυνατώντας να διαχειριστεί τη φήμη του, ως ο πρώτος πλέον παγκοσμίως ζωντανός μάρτυρας. Η σουρεαλιστική ιστορία συνεχίζεται, με τον ίδιο να αποδέχεται τελικά πλήρως τη φήμη του και τελικά όταν αρχίζει η αποκαθήλωσή του από το συλλογικό ασυνείδητο, να την υπερασπίζεται μέχρι θανάτου. Στο πρώτο μέρος της αφήγησης, παρακολουθούμε την κατασκευή ενός ήρωα και τη «χρήση» του από την κοινωνία και το κράτος. Ποια είναι η θέση του ατόμου απέναντι και μέσα σε αυτό; Ωστόσο, το εντυπωσιακό είναι το πώς συνοδεύει η Μανταλανί την αφήγηση: με μία πράξη που καμία σχέση δεν έχει με αυτήν και που αφηγείται μία εντελώς διαφορετική ιστορία. Η κατά τα άλλα παραδοσιακή τριτοπρόσωπη αφήγηση συνοδεύεται από προσωπικές φωτογραφίες της Μανταλανί (φωτογραφίες με τους φίλους της, με τον Μρουέ, φωτογραφίες από εκδρομές και πρόβες κ.α.), που η ίδια τοποθετεί μέσα σε υγρό τη μία μετά την άλλη και τις αφήνει μέχρι να αποχρωματιστούν εντελώς και να μείνουν λευκά ορθογώνια πλαίσια. Εμείς βλέπουμε τις φωτογραφίες και την αποσύνθεση του χρώματος σε γκρο πλαν, μέσω ενός προβολέα. Η παράσταση φαίνεται πως έχει δύο ήρωες, τον Ντιμπ αλ Ασμάρ και τη Μανταλανι. Πρόκειται, όχι μόνο για το σχόλιο του Μρουέ σχετικά με την θέση του καλλιτέχνη μέσα στο έργο, ότι δηλαδή η προσωπικότητα του καλλιτέχνη είναι παρούσα μέσα στο έργο (ο Στανισλάβσκι δεν έχει καμία θέση εδώ), αλλά και για ένα γενικότερο πολιτικό σχόλιο: Η προσωπική ιστορία του καθενός δεν μπορεί να μην εγγράφεται μέσα στην Ιστορία, που είναι πολύ ευρύτερη από το ατομικό.

So_little_time

Η Lina Majdalanie στην πρώτη πράξη του So little time.

Αυτό γίνεται περισσότερο κατανοητό στη συνέχεια της παράστασης. Στη δεύτερη «πράξη» η Μανταλανί φοράει ποδιά και γάντια και μαζεύει τις αποχρωματισμένες φωτογραφίες από το δοχείο μέσα στις οποίο τις τοποθετούσε. Σκουπίζει τα λευκά πλέον πλαίσια και τα κρεμάει με μανταλάκια το ένα δίπλα στο άλλο, δημιουργώντας ένα λευκό πλαίσιο. Η αφήγηση της ιστορίας δε γίνεται τώρα από την ηθοποιό, ο σκηνοθέτης διευρύνει τα όριά της αφήγησης: τώρα πλέον το κοινό διαβάζει την ιστορία, που είναι γραμμένη πάνω σε πλάκες, μέσω του ίδιου προβολέα που πριν μας έδειχνε τις φωτογραφίες της Μανταλανί. Η ιστορία του Ντιμπ αλ Ασμάρ εδώ έχει να κάνει περισσότερο με τη φάση της αποκαθήλωσής του ως ήρωα, καθώς η κοινωνία στρέφεται τώρα στην αναζήτηση νέων ηρωικών προτύπων. Ο Ντιμπ δεν μπορεί να το διαχειριστεί και καθώς η Ιστορία τον προσπερνά, αυτός καταλήγει σε διάφορες γκροτέσκο καταστάσεις, όπως το να παριστάνει ο ίδιος το άγαλμα του εαυτού του ή να στήσει δεκάδες ομοιώματα του αγάλματός του σε όλη τη Βυρηττό μέσα σε μία νύχτα. Η δεύτερη πράξη καταλήγει σε μία δεύτερη εξαφάνιση του Ντιμπ, που φαίνεται ότι δε διστάζει ακόμα και να ξαναπεθάνει, προκειμένου να υπερασπιστεί την ηρωική του υπόσταση.

Στην τρίτη πράξη το είδος της αφήγησης αλλάζει ξανά. Η Μανταλανί εξαφανίζεται πίσω από το πλαίσιο πάνω στο οποίο γίνονταν οι προβολές μέχρι πριν λίγο. Πλέον μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, έχει γίνει ο Ντιμπ αλ Ασμάρ. Βλέπουμε το πρόσωπό της/του να προβάλλεται, αυτή τη φορά πάνω στην κάτασπρη επιφάνεια που δημιούργησε πριν, κρεμώντας τις κατάλευκες φωτογραφίες τη μία δίπλα στην άλλη: η απορρόφηση του ατομικού από το συλλογικό έχει συντελεστεί. Ο Ντιμπ τώρα είναι μεγαλύτερος σε ηλικία. Έχει καταφέρει να ξεπεράσει τη μανία του για ηρωισμό, ωστόσο ένας αμερικάνος καλλιτέχνης τον πείθει να γίνει ζωντανό έκθεμα σε μουσείο. Εκεί γνωρίζει και παντρεύεται μία κοπέλα και καταλήγει μαχητής της Χεζμπολάχ. Φαίνεται πως δεν μπορεί να σταματήσει να μάχεται και αναζητεί διαρκώς νέο σκοπό. Με τη νέα οργάνωση βρίσκεται μέσα σε ένα μουσείο με πολλά αγάλματα και μένει έκθαμβος! Λόγω της αγάπης του για το μουσείο, βρίσκεται εκεί σε ώρα που δεν θα έπρεπε, σε ώρα που έχει προγραμματιστεί βομβαρδισμός κατά τη συνάντηση των επικεφαλής της οργάνωσης. Ο Ντιμπ αλ Ασμάρ κηρύσσεται και πάλι νεκρός. Κατά της γνώμη μου υπάρχει και μία τέταρτη πράξη: το χειροκρότημα. Η Μανταλανί δεν εμφανίζεται ποτέ στο χειροκρότημα, ένα επιπλέον σχόλιο για την εξαφάνιση του ήρωα, την εξαφάνιση του ατομικού μέσα στο συλλογικό, αλλά και το εφήμερο των παραστασιακών τεχνών, που εξαφανίζονται αμέσως μόλις τελειώσει η παράσταση.

so_little_time_3

Το So little time ήταν ένα ευφυέστατο σχόλιο για την κοινωνική κατασκευή των ηρώων, για την διαχείριση τέτοιων μεγεθών από το άτομο ως μονάδα, για την μεγαλομανία και την προσγείωση, για την προσωπική μας ιστορία μέσα στην Ιστορία. Αυτά σε επίπεδο περιεχομένου. Σε επίπεδο φόρμας ήταν ένα σχόλιο για τις διάφορες μορφές αφήγησης, για τη στάση του καλλιτέχνη απέναντι στο έργο του, για τα καλλιτεχνικά μέσα, που στην περίπτωση του Μρουέ μοιάζουν ανεξάντλητα ή μάλλον ανανεωνόμενα με ανεξάντλητο τρόπο. Φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάμε το γενικότερο σχόλιο, το πώς στέκεται ο άνθρωπος απέναντι στην Τέχνη. Γιατί αυτό δεν αφορά μόνο την παράλληλη αφήγηση του Μρουέ και της Μανταλανί, όταν χρησιμοποιούν τις φωτογραφίες από την προσωπική τους ζωή ή όταν η ηθοποιός εξαφανίζεται σταδιακά από το κοινό για να δώσει έμφαση στο περιεχόμενο. Ο άλλος ήρωας της παράστασης, ο φανταστικός Ντιμπ αλ Ασμάρ, είναι ένας άνθρωπος που στέκεται εκστατικός απέναντι στο άγαλμά του. Υπάρχει μία ολόκληρη συζήτηση για τη δημόσια τέχνη, το πώς χρησιμοποιείται για να υποστηρίξει τους συλλογικούς μύθους και το πόση δύναμη μπορεί τελικά να έχει: Ο Ντιμπ σε κάποιο σημείο της ιστορίας επιτίθεται για να γκρεμίσει το άγαλμα ενός αντίπαλου ήρωα, γιατί βλέπει πως αρέσει περισσότερο στους συμπολίτες του.

Το δυνατό σημείο της παράστασης δεν είναι μόνο το ότι είναι φοβερά πολυεπίπεδη και ότι μπορεί να είναι αφορμή για πολλαπλές συζητήσεις. Το δυνατό της σημείο είναι ότι παραμένει καταπληκτικά απλή, πανέμορφα «εύκολη» και ευχάριστη. Με διαυγή νοήματα που εκτίθενται ολοφάνερα στον θεατή. Κι αυτό δεν συναντάται πολύ συχνά σε εποχές πνευματικής σύγχυσης. Ο Μρουέ μέσω του So little time καταφέρνει να μιλήσει ταυτόχρονα για ζητήματα τέχνης και Ιστορίας, έχοντας μία πρωτόγνωρη δύναμη στον καλλιτεχνικό του λόγο, που παραμένει πάντα απολαυστικός και κατ’ ουσίαν πολιτικός.

Σημειώσεις:
Στην παράσταση Photoromance που παρουσιάστηκε στην Αβινιόν το 2009, κεντρικό ρόλο στην αφήγηση είχε και πάλι η προβολή φωτογραφιών. Με αφορμή την ταινία του Έττορε Σκόλα «Μια ξεχωριστή μέρα», ο Μρουέ και η Μανταλανί έκαναν ένα σχόλιο πάνω στην λιβανέζικη πραγματικότητα και ταυτόχρονα πάνω στην φύση του θεάτρου. Στην παράστσαση 33 tours et quelques secondes, που παρουσίασαν στην Αβινιόν το 2012, στο κέντρο βρισκόταν και πάλι η ζωή στον Λίβανο, αυτή τη φορά ιδωμένη μέσα από την ιστορία της αυτοκτονίας ενός νέου ανθρώπου. Στην παράσταση αυτή ο Μρουέ έφτασε στα όρια της αφήγησης, καθώς επί σκηνής δε βρισκόταν κανένας ηθοποιός. Με την απουσία οποιουδήποτε ηθοποιού, ο Μρουέ κατάργησε μία από τις πιο θεμελιώδεις αρχές του θεάτρου.

Advertisements

Τραγωδία

Από τις καλοκαιρινές παραγωγές του 2013 έχω καταφέρει μέχρι στιγμής να δω δύο τραγωδίες. Στη μία κατέφθασα με πολύ λίγες προσδοκίες και στην άλλη με αρκετές προσδοκίες. Στην πρώτη περίπτωση, που αφορούσε τη «Μήδεια» σε σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου θα έλεγα πως «έπεσα μέσα», στη δεύτερη, που αφορούσε τις «Τρωάδες» του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας θα έλεγα ότι δυστυχώς διαψεύστηκα. Και στις δύο περιπτώσεις, η παραγωγή παρουσιάστηκε με ένα ξεχωριστό στοιχείο που διαφημίστηκε δεόντως.

midia_sliderΣτη «Μήδεια», παράσταση με την οποία επέστρεψε ο Σπύρος Ευαγγελάτος στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, τα στοιχεία αυτά ήταν «μορφολογικά», όπως ανέφερε ο ίδιος, δηλαδή πρώτον το ότι όλοι οι ρόλοι ερμηνεύονταν από άντρες, με τον Γιώργο Κιμούλη επικεφαλής στο ρόλο της Μήδειας, και δεύτερον το γεγονός πως όλοι έπαιζαν με μάσκες. Η σκηνοθεσία, πέραν των δύο παραπάνω στοιχείων που δεν δικαιολόγησαν στο ελάχιστο την ύπαρξή της επί σκηνής,  δεν είχε καμία απολύτως πρόταση, ούτε όσον αφορά την προσέγγιση του έτσι κι αλλιώς πετσοκομμένου κειμένου, ούτε όσον αφορά τις ερμηνείες. Οι ηθοποιοί της παράστασης μάλλον αφέθηκαν να ενεργήσουν κατά βούληση, με πιο ενοχλητικές παρουσίες αυτές του Τάσου Νούσια και κυρίως αυτή του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου, τόσο κινησιολογικά και φωνητικά, όσο και εν γένει ερμηνευτικά. Ο πρωταγωνιστής της παράστασης, Γιώργος Κιμούλης, παρότι διατηρεί για πολλούς το χάρισμα να καθηλώνει με το υποκριτικό του βάρος, φάνηκε διεκπεραιωτικός. Ο χορός, πλήρως αντρικός και αυτός, ήταν σίγουρα η πιο αξιοπρεπής παρουσία της παράστασης. Μέσα στο μικρό δημοτικό θέατρο της Ηλιούπολης, βέβαια, η παράσταση φαινόταν να ασφυκτιά, τα χρωματιστά κοστούμια του Γιώργου Πάτσα φαίνονταν παράταιρα, πολύ περισσότερο δε το σκηνικό, μια μεγέθυνση φωτογραφίας ενός αγάλματος που παριστάνει ένα παιδί, η μόνη αναφορά σε παιδί στην παράσταση (τα μέρη που εμφανίζονται τα παιδιά έχουν αφαιρεθεί). Εν κατακλείδι, καμία ουσιαστική πρόταση από την παράσταση που θα μπορούσε να έχει παρουσιαστεί αρκετά χρόνια πριν, ελάχιστο το ενδιαφέρον για το βλέμμα του θεατή, παρά τους αξιόλογους συντελεστές της.

Δεύτερη παράσταση αξιώσεων, αυτή των «Τρωάδων» από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας. Όχι μόνο για τη σκηνοθεσία του νέου τιμονιέρη του Οργανισμού, Θοδωρή Αμπαζή, που έχει φέρει νέο αέρα σε ολόκληρη την πόλη, μεταμορφώνοντας το Θέατρο σε έναν δραστήριο οργανισμό που διεκδικεί να έχει κύριο λόγο στην πατρινή πραγματικότητα. Προσωπικά ήταν η δεύτερη φορά που ταξίδεψα στην Πάτρα, μόνο και μόνο για να δω παράσταση του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., γιατί θεώρησα πως επρόκειτο για ένα ξεχωριστό γεγονός (η πρώτη φορά ήταν τα Χριστούγεννα, για τον «Πλούτο» σε σκηνοθεσία του Τσέζαρις Γκραουζίνις και για τη συζήτηση με τους συντελεστές που ακολούθησε). Αυτή τη φορά, η παράσταση των «Τρωάδων» στα ερείπια του Κάστρου της Πάτρας, που λειτούργησαν σαν φυσικό σκηνικό, ήταν αρκετή ως αφορμή για το ταξίδι, αφού θα παιχτεί εκεί μόνο για λίγες παραστάσεις κι έπειτα θα περιοδεύσει στην Ελλάδα, περνώντας και από την Επίδαυρο (στις 23 και 24 Αυγούστου).

troades-7_600x315

Με εξαίρεση το εκπληκτικό backround του κάστρου της Πάτρας, οι «Τρωάδες» ήταν μία απογοήτευση. Επί σκηνής βρισκόταν, εκτός από τους ηθοποιούς και η Ορχήστρα Νυκτών Εγχόρδων της Πάτρας, με αποτέλεσμα να υπάρχουν ταυτόχρονα εντός οπτικού πεδίου περίπου 40 άτομα καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης. Κανένα υλικό της παράστασης όμως δεν έδεσε, οδηγώντας έτσι σε ένα απογοητευτικό και αρκετές φορές ενοχλητικό αποτέλεσμα. Κάτι που δε διαφαινόταν από την αρχή, καθότι η παράσταση ξεκίνησε με μία υπέροχη σκηνή, όπου η Αθηνά-Κόρα Καρβούνη συνομιλεί με τον θεό Ποσειδώνα ανεβασμένη στα χαλάσματα. Η φωνή του Μιχαήλ Μαρμαρινού ηχεί σε όλο το κάστρο, ηχογραφημένη, και στο τέλος της το άγαλμα που είναι στη μέση της ορχήστρας σπάει και ξεπροβάλει ένας όμορφος νεαρός που βγαίνει τρέχοντας από τη σκηνή. Αυτή η ποιητική εικόνα δυστυχώς καμία σχέση δεν είχε με τη συνέχεια. Η Κόρα Καρβούνη χάθηκε μέσα στο χορό, ο οποίος εκτελούσε ακατανόητα φωνητικά και κινησιολογικά πονήματα. Η Εκάβη εμφανίστηκε ως πανκ, η  Κασσάνδρα ως μία κοινή τρελή, πολύ μακριά από οποιαδήποτε έννοια έκστασης, η Ανδρομάχη ως μία θυμωμένη γκρινιάρα, ο Ταλθύβιος πολύ κατώτερος των περιστάσεων, διαρκώς υπερβολικός, ο Μενέλαος ως βαρύμαγκας του ’90 και η Ελένη ως μία κοινή ψωνάρα. troades-4_600x315Η μονοδιάστατη ανάγνωση των ρόλων, κατά τα άλλα ερμηνευμένη ικανοποιητικά στις περισσότερες περιπτώσεις από τους ηθοποιούς, αφαίρεσε από την τραγωδία κάθε βάρος, κάνοντάς την σε αρκετές στιγμές να μοιάζει με παρωδία, ιδίως στη σκηνή Μενέλαου και Ελένης. Μάλιστα, στην παράσταση ο Μενέλαος υποκύπτει στην ομορφιά της Ελένης φιλώντας την στο στόμα και τελικά φεύγει ξωπίσω της, κουβαλώντας της και τη βαλίτσα! Επίσης, η στομφώδης, «ξερή» απαγγελία που υιοθέτησαν οι ηθοποιοί, χωρίς μάλιστα ποτέ να κοιτάζουν το πρόσωπο στο οποίο απευθύνονται, είναι κάτι που μάλλον έχει ξεπεραστεί. Δεν γνωρίζω αν η πρόθεση ήταν να γίνει μία νέα, μοντέρνα ανάγνωση των Τρωάδων, όμως προσωπικά θα επιλέξω να επιμείνω στο όραμα του νέου καλλιτεχνικού διευθυντή για τον Οργανισμό κι όχι στην παράσταση, επειδή θεωρώ πως το διακύβευμά του είναι πολύ μεγαλύτερο.

 

Μήδεια του Ευριπίδη
Θεατρικός Οργανισμός Ακροπόλ
Δημοτικό Θέατρο Ηλιούπολης, 8-7-2013

Συντελεστές: Μετάφραση Κ. Χ. Μύρης, σκηνοθεσία- δραματουργική επεξεργασία: Σπύρος Α. Ευαγγελάτος, σκηνικά: Γιώργος Πάτσας, κοστούμια: Γιάννης Μετζικώφ, μουσική: Θάνος Μικρούτσικος, μουσική διδασκαλία: Γιάννης Αναστασόπουλος, βοηθός σκηνοθέτη: Χριστιάννα Μαντζουράνη

Πρωταγωνιστούν: Γιώργος Κιμούλης, Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, Τάσος Νούσιας, Μάνος Βακούσης, Νικόλας Παπαγιάννης, Νίκος Αναστασόπουλος, Δημήτρης Παπανικολάου.

Κορυφαίοι- Χορός: Τάσος Αλατζάς, Νίκος Αναστασόπουλος, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Χάρης Γρηγορόπουλος, Δημήτρης Καραβιώτης, Σταύρος Καραγιάννης, Δημήτρης Καραμπέτσης, Δημήτρης Μόσχος, Δημήτρης Μυλωνάς, Δημήτρης Παπανικολάου, Παντελής Φλατσούσης, Γεράσιμος Σκαφίδας.

 

Τρωάδες του Ευριπίδη
ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας
Κάστρο Πάτρας, 27/7/2013


Συντελεστές:
Μετάφραση: Έλσα Ανδριανού, σκηνοθεσία: Θοδωρής Αμπαζής, σκηνικό-κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου, μουσική: Θοδωρής Αμπαζής, χορογραφία- Κίνηση: Ζωή Χατζηαντωνίου, φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου, επεξεργασία μουσικού υλικού: Μιχάλης Παπαπέτρου, βοηθοί Σκηνοθέτη: Ελεάννα Τσίχλη, Κύνθια Βουκουβαλίδου, βοηθός σκηνογράφου: Τίνα Τζόκα, βοηθός μουσικού: Μιχάλης Παπαπέτρου

∆ιανομή: Εκάβη: Άννα Κοκκίνου, Ελένη: Κατερίνα ∆ιδασκάλου, Αθηνά: Κόρα Καρβούνη, Ανδρομάχη: ∆ανάη Σαριδάκη, Κασσάνδρα: Τζωρτζίνα ∆αλιάνη, Μενέλαος: Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Ταλθύβιος: Απόστολος Πελεκάνος, Ποσειδώνας (φωνή): Μιχαήλ Μαρμαρινός

Χορός: Κέλυ Γιακουμάκη, Αναστασία Κατσιναβάκη, Κατερίνα Λάττα, Φιλιώ Λούβαρη, Μαρία Παρασύρη, Ελίνα Ρίζου, Αντιγόνη Φρυδά,
Συμμετέχει ο Γιώργος Ζυγούρης

Ορχήστρα Νυκτών Εγχόρδων Δήμου Πατρέων «Θανάσης Τσιπινάκης»

Σαμία Θ.Ο.Κ. : Οι καλές προθέσεις ανταμείβονται

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό cityvibes: http://www.city-vibes.gr/

Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης με τον εξαιρετικό χορό.

Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης με τον εξαιρετικό χορό.

Έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια από τότε που ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου παρουσίασε για πρώτη φορά τη Σαμία του Μενάνδρου, σε σκηνοθεσία Εύη Γαβριηλίδη και στη θρυλική πια μετάφραση του Γιάννη Βαρβέρη. Έχουν επίσης περάσει τέσσερα χρόνια χωρίς καμία εμφάνιση του Θ.Ο.Κ. στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Με την αναβίωση της απόλυτης επιτυχίας του 1993, λοιπόν, τη Σαμία του, επέλεξε να επανέλθει ο Οργανισμός στο αργολικό θέατρο, στη μοναδική του εμφάνιση σε ελληνικό έδαφος φέτος το καλοκαίρι και τελευταία παρουσίαση της παράστασης γενικά.

Το δυστυχώς λιγοστό κοινό της Παρασκευής, αντάμειψε με άφθονο και ενθουσιώδες χειροκρότημα τους ηθοποιούς και τους συντελεστές της παράστασης. Συνολικά και τις δύο ημέρες, μόλις 5.500 θεατές παρακολούθησαν την παράσταση. Ο Εύης Γαβριηλίδης έχει «διαβάσει» και αποδώσει την αττική κωμωδία του Μενάνδρου, που είναι έτσι κι αλλιώς πολύ διαφορετική από την φορτωμένη με πολιτικά νοήματα αριστοφανική, σαν αθηναϊκό κωμειδύλλιο των αρχών του 20ου αιώνα. Η ευγένεια με την οποία συμπεριφέρονται οι ήρωες, κυρίως ο Μοσχίων προσπαθώντας να συγκαλύψει το ότι έχει ήδη κάνει παιδί με την αγαπημένη του Πλαγγόνα εκτός γάμου, δημιουργούν παρεξηγήσεις που λύνονται τελικά μέσα σε ένα γαμήλιο γλέντι.

Οι Αλ. Ιωαννίδης και Κ. Δημητρίου σε μία από τις ξεκαρδιστικές σκηνές της παράστασης.

Οι Αλ. Ιωαννίδης και Κ. Δημητρίου σε μία από τις ξεκαρδιστικές σκηνές της παράστασης.

Δεν μπορεί κανείς να πει πως η παράσταση δεν είχε ελλείψεις, όμως τα θετικά στοιχεία της ήταν τόσες πολλά που τελικά κυριαρχούν. Ως κύριες αρετές θα ανέφερα την απλότητα και την ευθύτητα στην ανάγνωση. Χωρίς να υπάρχει προσπάθεια για κρυμμένα νοήματα, το χιούμορ και το γέλιο βασίστηκε αποκλειστικά στα πρωτογενή συστατικά του θεάτρου: τους χαρακτήρες και τις καταστάσεις. Η εύστοχη τελικά σκηνοθεσία του Γαβριηλίδη, κατάφερε να δημιουργήσει και το ένα και το άλλο, υποστηρίχτηκε δε από πολύ καλές ερμηνείες. Θα ήταν άδικο να μην ξεχωρίσουμε τον Δημέα του Κώστα Δημητρίου, που προκαλούσε και το περισσότερο γέλιο με την παλιοκαιρισμένη του αυτοπεποίθηση, την γεροντική ζήλια του, και κυρίως τις κινήσεις (με αποκορύφωμα το μητσοτακικό τικ) και τις μούτες του. Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης έπαιζε με τόση άνεση και επάρκεια που ήταν αδύνατον να φανταστείς πως έχει τόσα χρόνια να εξασκήσει τα υποκριτικά του εργαλεία. Ο χορός και οι χορογραφίες του Ισίδωρου Σιδέρη ήταν πάντα ένα θέαμα που κρατούσε το βλέμμα. Χάρη στη σκηνοθεσία και τους ηθοποιούς, η παράσταση γέμισε με ατάκες που ακούγονταν σωστά, σιωπές και γκριμάτσες που δημιουργούσαν νόημα, ξεκαρδιστικές καταστάσεις που απαιτούσαν ακρίβεια και μέτρο. Το συναίσθημα με το οποίο φύγαμε από το θέατρο ήταν μία απέραντη γλύκα. Γιατί, όπως συζητούσαμε στο τέλος, τελικά μπορούμε να γελάσουμε και με κάτι που δεν παραπέμπει απαραίτητα σε οικεία κακά, αλλά είναι παραπάνω από επαρκές σε ποιότητα και σωστά δουλεμένο.

Δεν γίνεται, τέλος, να μην αναφερθεί κανείς στην εξαιρετική μετάφραση του Γιάννη Βαρβέρη, που ουσιαστικά ανάπλασε και ξανάγραψε συμπληρώνοντας το αρχαίο κείμενο, μία μετάφραση σε πλήρη καθαρεύουσα, τόσο κωμική που τελικά αναδείχθηκε πρωταγωνίστρια. Δυστυχώς, για κάποιον περίεργο λόγο, στο πρόγραμμα της παράστασης δε φαίνεται πουθενά πως ο Γιάννης Βαρβέρης έχει πεθάνει!

Σαμία του Μενάνδρου
Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
19-20 Ιουλίου 2013

Μετάφραση: Γιάννης Βαρβέρης, σκηνοθεσία: Εύης Γαβριηλίδης, σκηνικά-κοστούμια: Γιώργος Ζιάκας, μουσική: Μιχάλης Χριστοδουλίδης, χορογραφία: Ισίδωρος Σιδέρης, σχεδιασμός φωτισμών: Γιώργος Κουκουμάς, διδασκαλία τραγουδιών: Μάρω Σκορδή, βοηθός σκηνοθέτη: Νάγια Αναστασίαδου, βοηθός χορογράφου: Στέλλα Κρούσκα, βοηθός σκηνογράφου: Κρίστη Πολυδώρου, ζωγραφική εκτέλεση σκηνικού: Δημήτρης Σάββα, graffiti: Δημήτρης Μάρκου

Ερμηνεύουν (με σειρά εμφάνισης):
Προκόπης Αγαθοκλέους (Περαστικός), Θέα Χριστοδουλίδου (Τροφός), Αλκίνοος Ιωαννίδης (Μοσχίων), Νιόβη Χαραλάμπους (Πλαγγόνα), Στέλα Φυρογένη (Χρυσίς), Κώστας Δημητρίου (Δημέας), Δημήτρης Αντωνίου (Νικήρατος), Άννα Γιαγκιώζη (Μητέρα Πλαγγόνας), Σπύρος Σταυρινίδης (Παρμένων), Σταύρος Λούρας (Μάγειρος)
Χορός:
Νεοκλής Νεοκλέους, Στέλλα Κρούσκα, Σώτος Σταυράκης, Χριστίνα Χριστόφια, Αλέξανδρος Παρίσης, Μαργαρίτα Ζαχαρίου, Μάριος Κωνσταντίνου, Ανδρέας Κούτσουμπας, Νίκη Δραγούμη, Άντρη Κυριάκου, Ανδρέας Φυλακτού, Κωνσταντίνος Γαβριήλ

Τ.Οστερμάιερ: Αμφισβητώντας τη δημοκρατία

2006050600058_120445761Ένας εχθρός του λαού
Σαουμπίνε – σκηνοθ. Τόμος Οστερμάιερ
Φεστιβάλ Αθηνών 2013
Πειραιώς 260-Χώρος Δ, 3-5 Ιουλίου 2013

Το άρθρο δημοσιεύτηκε και στο περιοδικό cityvibes – www.city-vibes.gr/ 

Οι φορές που μία παράσταση κατορθώνει να δημιουργήσει κάτι παραπάνω από μία ωραία ή ενδιαφέρουσα ή απλώς μία κάποια ευχάριστη βραδιά για τους θεατές της είναι σπάνιες. Οι φορές που μία παράσταση αποτελεί η ίδια ένα ξεχωριστό και δυνατό γεγονός χαράσσονται στη μνήμη των ανθρώπων έντονα, ίσως και για πάντα. Ο Τόμας Οστερμάιερ δημιούργησε μία θύελλα στον χώρο της Πειραιώς 260, μία θύελλα που συνεπήρε το κοινό, τόσο αυτή τη μερίδα του που αντέδρασε με άκρατο ενθουσιασμό, όσο και αυτό που σηκώθηκε και έφυγε στα μισά ή δε χειροκρότησε στο τέλος. Γιατί ο Εχθρός του λαού ήταν τελικά μία παράσταση τόσο αμφιλεγόμενη, όσο και οι απόψεις του κάθε θεατή για τη σύγχρονη πραγματικότητα.

Ο Οστερμάιερ είναι γνωστός για την εμμονή του να «πειράζει» κλασσικά κείμενα, να παίρνει αυτά που ξέρουμε καλά και ίσως έχουμε αρχίσει να βαριόμαστε και να τα προσεγγίζει με τέτοιο τρόπο ώστε να αναδεικνύει την επικαιρότητά τους. Στο παρελθόν έχουμε δει στην Ελλάδα σκηνοθεσίες του έργων του Σαίξπηρ, του Τέννεσση Ουίλιαμς και του Ίψεν, όλες στα πλαίσια του Ελληνικού Φεστιβάλ. Φέτος, ο Οστερμάιερ μας ήρθε με έναν Ίψεν που έμοιαζε σα να έχει γραφτεί μόλις χτες, με μία επικαιρότητα φυσική, αλλά και επιτακτική, ενοχλητική, πικρή. Βρισκόμαστε πάντα στη μικρή λουτρόπολη σε κάποια επαρχία της Γερμανίας, όπου ο ήρωας, ο γιατρός Στόκμαν δουλεύει στα φημισμένα ιαματικά λουτρά που έχουν μετατρέψει την πόλη σε πηγή πλούτου για τους κατοίκους της. Ένας ιδεαλιστής νέος, που όταν γυρνάει σπίτι του τού αρέσει να παίζει μουσική με τη γυναίκα και τους φίλους του, που αγωνίζεται για το δίκαιο, ένα δίκαιο που για τον ίδιο δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Ή μήπως όχι; Όταν ο νεαρός Στόκμαν ανακαλύπτει πως τα νερά των λουτρών είναι μολυσμένα, θεωρεί αυτονόητο πως όλοι θα συμφωνήσουν πως η κατάσταση πρέπει να αποκαλυφθεί και να διορθωθεί, αφού πρόκειται για μια σοβαρή απειλή για τη δημόσια υγεία.

Volksfeind-2005Όμως, ένας-ένας οι συγγενείς, οι φίλοι και οι γνωστοί του γυρνάνε εναντίον του, καθιστώντας τον ίδιο εχθρό για την πόλη, έναν εχθρό του λαού. Έχει συμβεί άπειρες φορές στη σύγχρονη πραγματικότητα, το βλέπουμε και να συμβαίνει και πάνω στη σκηνή, που γίνεται ένας σκληρός καθρέφτης της. Αρχικά ο δήμαρχος της πόλης, που τυγχάνει και αδερφός του, τον επισκέπτεται κατηγορώντας τον πως ενήργησε κρυφά και απειλώντας τον πως θα τινάξει στον αέρα τη ζωή όλων των κατοίκων της πόλης. Ο Πρόεδρος της ένωσης όσον νοικιάζουν καταλύματα στους λουόμενους αποσύρει σιγά-σιγά την υποστήριξή του, η σύζυγός του ξεκαθαρίζει πως έχουν ένα παιδί να θρέψουν και πρέπει να σοβαρευτεί, ακόμα κι οι ενθουσιώδεις φίλοι του, οι δημοσιογράφοι που επέμεναν να δημοσιεύσουν το άρθρο του καταλήγουν να τον βρίζουν. Είναι για όλους ένας περίεργος τύπος, επικίνδυνος για το συμφέρον τους, αυτός που είναι τόσο αυταπόδεικτο πως έχει δίκαιο.

Το δυνατότερο, όμως σημείο της παράστασης δεν είναι αυτό. Εκεί που ο Στόκμαν είναι πια κυνηγημένος απ’ όλους, αποφασίζει να κάνει μία δημόσια συγκέντρωση για να μιλήσει ο ίδιος στον κόσμος (η σκηνή του δημαρχείου στον Ίψεν). Ο Οστερμάιερ έχει αντικαταστήσει το κομμάτι αυτό από το έργο του Ίψεν, με ένα πολιτικό κείμενο του 2007, που κυκλοφόρησε ευρέως μέσω ίντερνετ, το το «L’ insurrection qui vient», γραμμένο από μια ανώνυμη ομάδα, κείμενο που ως κύρια θέση υποστηρίζει πως η ίδια η οικονομία είναι η κρίση. Μετά από την εκφώνηση του λόγου, ο Οστερμάιερ δίνει το λόγο στο κοινό, ενσωματώνοντας την τεχνική του Θεάτρου Forum στην παράσταση. Κι εκεί γίνεται η αποκάλυψη. Η τρικυμία εν κρανίω που επικρατεί σε όλους μας γίνεται τόσο εμφανής, που σου κόβεται η ανάσα. Κάποιοι βρίζουν τους ηθοποιούς, κάποιοι συμφωνούν και λένε μπράβο, κάποιοι λένε πως πρέπει να τα τινάξουμε όλα στον αέρα και να αρχίσουμε από την αρχή. Κυρίως όμως, το ερώτημα που πλανάται επιτακτικά είναι: τι μπορούμε να κάνουμε επιτέλους; Είναι τόσο εμφανές πια ότι είμαστε δεμένοι πισθάγκωνα από τα οικονομικά συμφέροντα, ότι όλα κινούνται με βάση αυτά, ότι τα νήματα κινούνται ανεξάρτητα από την κοινή λογική. Μία αίσθηση εγκλωβισμού κυριαρχεί. Κανείς δεν μπορεί να προτείνει κάτι ως λύση. Περιέργως όμως, είναι δύσκολο να ταυτιστεί κανείς με τον Στόκμαν. Ο λόγος που επέλεξε ο Οστερμάιερ για να εκφωνήσει ο ήρωας δημιουργεί αμέσως αποστάσεις από αυτόν, καθώς έχει πολλές αδυναμίες, γενικεύσεις, είναι πολύ έντονα κομμουνιστικός σε κάποια σημεία. Αμέσως το κοινό αρχίζει να αμφιβάλει.

7A467C38AA7A3D7C3486215DE27084B2Και η αμφιβολία αυτή συνεχίζεται, καθώς ο Οστερμάιερ αλλάζει το τέλος του έργου, αφήνοντάς το ανοιχτό, αλλά με μία έντονη υποψία πως και ο Στόκμαν τελικά εντάσσεται με τη θέλησή του στο σύστημα. Ο σκηνοθέτης δηλώνει πως ακριβώς αυτό ήθελε να αποφύγει στην παράστασή του, να συμπαθήσουν οι θεατές τον Στόκμαν, να ταυτιστούν μαζί του. Αντίθετα, θέλησε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε να στοχαστεί κάποιος πάνω στον τρόπο λειτουργίας της σημερινής δημοκρατίας, που παγιδεύει τον πολίτη και τον σπρώχνει σε έναν τρόπο ζωής εντελώς ενάντια σε ό,τι θα θεωρούταν σωστό και δίκαιο. Φτάνει έτσι σε μία ουσιαστική αμφισβήτηση της ίδιας της δημοκρατίας. Το συμφέρον των πολλών, στο συγκεκριμένο έργο είναι η απάτη και αυτή επιλέγουν να ακολουθήσουν. Τι κάνουμε εμείς στη δική μας ζωή; Πόσο αντέχουμε να πηγαίνουμε κόντρα στο ρεύμα και τι στοιχίζει αυτό;

Δεν ξέρω αν έχει νόημα να μιλήσει κανείς για τις ερμηνείες, τα σκηνικά και τα άλλα στοιχεία της παράστασης, όταν πρόκειται για μια εμπειρία τόσο δυνατή και τόσο έντονα εγκεφαλική. Αυτό που έγινε μέσα στην Πειραιώς 260 ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Θεωρώ ότι με την παράσταση αυτή του Οστερμάιερ, πολύ πιο μεστή από τις προηγούμενες που έχουμε δει, το θέατρο βρήκε την ουσία του, έκανε ένα ουσιαστικό σχόλιο πάνω στη ζωή, δημιούργησε αντιδράσεις και σκέψεις. Μια εμπειρία που μάλλον θα μείνει αξέχαστη.

Κρίμα που είναι πόρνη

Κρίμα που είναι πόρνη -Cheek by Jowl
Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Ιδρύματος Ωνάση – Παρασκευή 21/12/2012

Οι λόγοι για τους οποίους κάποιος καταφέρνει να αφοσιωθεί στην παρακολούθηση μίας παράστασης ποικίλουν και δεν οφείλονται πάντα στην ποιότητα του ίδιου του θεάματος, αλλά και στη διάθεση με την οποία προσέρχεται σε αυτό ο θεατής. Αυτή πάλι η διάθεση του θεατή, μπορεί να οφείλεται και η ίδια σε διάφορους λόγους, προσωπικούς, πραγματικούς, συνθηκών, συμπαθειών κλπ. krimapoueinaiporni1Η υπογράφουσα έφτασε εχθές για πρώτη φορά στη ζωή της καθυστερημένη στην παράσταση της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών. Το άγχος και ο εκνευρισμός της παραμονής επί δύο ώρες στους μποτιλιαρισμένους δρόμους της Αθήνας δημιούργησαν ήδη ένα αρνητικό συναίσθημα, που συμπληρώθηκε από το ότι έχασα τα πρώτα δέκα λεπτά της παράστασης. Τη χαριστική βολή έδωσε το γεγονός πως λόγω της καθυστέρησής μου δεν μπόρεσα να κάτσω στη θέση για την οποία είχα αγοράσει το εισιτήριο, αλλά οδηγήθηκα -πολύ σωστά και δίκαια νομίζω- στον δεύτερο εξώστη και έκατσα στην πιο απομακρυσμένη θέση από την ορχήστρα. Πρώτον λοιπόν, επειδή προσήλθα και παρέμεινα για αρκετή ώρα με πολύ αρνητικά συναισθήματα στην παράσταση, δεύτερον επειδή έχασα ένα τόσο σημαντικό κομμάτι όσο η έναρξη και τρίτον λόγω του ότι από την απόσταση που έβλεπα δεν μπορούσα να αντιληφθώ παρά ελάχιστες λεπτομέρειες, καταλήγω στο ότι δεν δύναμαι να γράψω για το σύνολο της παράστασης, παρά μόνο να καταθέσω μερικές ελάχιστες παρατηρήσεις γι αυτήν.

Το Κρίμα που είναι πόρνη είναι ένα έργο του 1633, με το οποίο ο συγγραφέας του, Τζον Φορντ, κάνει σκληρή κριτική στα ήθη της αναγεννησιακής Αγγλίας, παρότι ο δραματικός τόπος είναι η ιταλική Πάρμα. Το κύριο θέμα του είναι ο έρωτας και η αιμομικτική σχέση των δύο αδερφών, της Ανναμπέλλα και του Τζιοβάννι, θέμα τόσο τολμηρό ώστε το έργο παρέμεινε μεταξύ των απαγορευμένων μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα. Ωστόσο, μέσα στο σύμπαν που περιγράφει ο Φορντ, έναν κόσμο μέσα στις προδοσίες, τους φόνους, τις συνομωσίες, τις παράνομες σχέσεις και τις μυστικές συμφωνίες, ο έρωτας των δύο παιδιών μοιάζει να είναι η μόνη νότα αγνότητας και ειλικρίνειας. Η δίωρη παραμονή μου μέσα στα μέσα μαζικής μεταφοράς, μου έδωσε την ευκαιρία να ξαναδιαβάσω το κείμενο που είχα να πιάσω στα χέρια μου από τον καιρό των σπουδών μου. Ως εκ τούτου, διαπίστωσα άμεσα πως η μετάφραση της παράστασης (Κλείτος Κύρου) ήταν πολύ καλύτερη από αυτήν που είχα στα χέρια μου (του Αντώνη Δωριάδη, εκδ Μπουκουμάνη, 1987), δεδομένου μάλιστα του ότι μπορούσα να ακούω ταυτόχρονα και το αγγλικό πρωτότυπο κείμενο.

Ο θίασος Cheek by Jowl (Μάγουλο με Σαγόνι, δηλαδή κολλητά, πολύ κοντά) έχει βασίσει και ταυτίσει την πορεία από το 1981 και τη φήμη του στο «πείραγμα» κλασσικών κειμένων. Το Κρίμα που είναι πόρνη μεταφέρεται εξ’ ολοκλήρου μέσα στην εφηβική κρεβατοκάμαρα της Ανναμπέλα και τα πάντα συμβαίνουν γύρω από το πορφυρό κρεβάτι της ή και πάνω σε αυτό. Βασική επιλογή στην παράσταση ήταν πως όλοι οι ηθοποιοί παρέμεναν διαρκώς σχεδόν επί σκηνής. Αυτό δημιουργούσε την αίσθηση πως τίποτα δεν έμενε κρυφό στον κόσμο των ηρώων, πως ό,τι κι αν γινόταν δεν μπορούσε παρά να εντάσσεται στη διεφθαρμένη κοινωνία του δραματικού κειμένου. Οι μόνες στιγμές που υπήρχε ιδιωτικότητα επί σκηνής ήταν οι σκηνές των φόνων και των ξυλοδαρμών. Αισθάνθηκα σε πολλά σημεία πως η σκηνοθεσία συμπλήρωσε και επεξήγησε το κείμενο, που λόγω ίσως του ότι λειτουργεί σε επίπεδο συμβόλων και αρχετύπων, παρουσιάζει διάφορα αιτιολογικά κενά. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρω μόνο τη σκηνή όπου η παραμάνα της Ανναμπέλα ομολογεί στον πονηρό υπηρέτη Βάσκουες το όνομα του εραστή της κυρίας της. Στο έργο φαίνεται πραγματικά άνευ αιτίας αυτή η εξομολόγηση. Ο σκηνοθέτης Declan Donnellan βάζει καταρχήν την παραμάνα να αισθάνεται ντροπή για το ότι την έχει πιάσει ο υπηρέτης να δοκιμάζει τα ρούχα της Ανναμπέλα και δεύτερον βάζει τον υπηρέτη να δημιουργεί ένα όργιο για χάρη της. Έτσι, η ντροπιασμένη και ξαναμμένη παραμάνα παρασύρεται στην ομολογία.

Εξαιρετική η εικονοποιία της παράστασης.

Εξαιρετική η εικονοποιία της παράστασης.

Η τόσο σύγχρονη αυτή σκηνοθεσία  καταφέρνει να εντάξει πολύ καλά το έργο στη σύγχρονη εποχή, όπου είμαστε κι εμείς συνηθισμένοι ως θεατές στο σπλάτερ, στη βία, στο σεξ, στη διαφθορά, και όλα αυτά υπό τους ήχους πότε καθολικών ψαλμωδιών και πότε ντίσκο, ποπ και τέκνο κομματιών.  Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της παράσταση κατ’ εμέ ήταν το πώς προκαλούσε διαρκώς το βλέμμα του θεατή. Πότε  μας προσκαλούσε να κρυφοκοιτάξουμε πίσω από πόρτες δήθεν κλειδωμένες, πότε να σκύψουμε για να δούμε τι συμβαίνει έξω από την πόρτα του δωματίου της Ανναμπέλα και μέσα στην τουαλέτα της, πότε σε συνδυασμό με τους φωτισμούς μας θύμιζε αναγεννησιακούς ζωγραφικούς συνδυασμούς και διάσημες μαντόνες.

Με λίγα λόγια μία παράσταση όπου χόρταινε και το μάτι και το μυαλό.

Συντελεστές
Σκηνοθεσία Declan Donnellan, συν-σκηνοθεσία Owen Horsley, σκηνογραφία Nick Ormerod, βοηθός σκηνοθέτη Jane Gibson, σχεδιασμός φωτισμών Judith Greenwood, μουσική & ήχος Nick Powell

Παίζουν: Gina Bramhill, Philip Cairns, David Collings, Hedydd Dylan, Ryan Ellsworth, James Fairhurst, Orlando James, Jonathan Livingstone, Peter Moreton, Nicola Sanderson, Gyuri Sarossy, Laurence Spellman

Αρχαίο Δράμα – Καλοκαίρι 2012

Όρνιθες -ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κρήτης
Παρασκευή 31 Αυγούστου – Αρχαίο Θέατρο Άργους

Εκκλησιάζουσες – Θέατρο Νέου Κόσμου
Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου – Ωδείο Ηρώδου Αττικού

Οιδίπους Τύραννος – ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βόλου & αρτivities
Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου – Ωδείο Ηρώδου Αττικού

Ανάμεσα στις πολλές παραστάσεις αρχαίου δράματος του φετινού καλοκαιριού, οι τρεις παραπάνω ήταν αυτές που κατάφερα να παρακολουθήσω. Είχα μία ιδιαιτερότητα φέτος ως θεατής, ότι δεν είχα παρακολουθήσει ως συνήθως τις κριτικές και τα δημοσιεύματα για τις παραστάσεις, όπως επίσης ότι αγνοούσα και τους συντελεστές και τους ηθοποιούς τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να πηγαίνω να τις παρακολουθήσω σχεδόν χωρίς προσδοκίες, αν εξαιρέσουμε αυτές που έτσι κι αλλιώς δημιουργούνται σε οποιονδήποτε θεατή από το ίδιο το έργο και από το όνομα του σκηνοθέτη.

Όρνιθες από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κρήτης.

Για παράδειγμα, όσον αφορά την πρώτη παράσταση, τους Όρνιθες, κύριος παράγοντας επιλογής ήταν ότι δεν είχα επισκεφθεί ποτέ ούτε είχα παρακολουθήσει παράσταση στο Αρχαίο Θέατρο του Άργους. Βασική μου πληροφορία ήταν ότι σκηνοθετούσε ο Γιάννης Κακλέας, που η περσινή του δουλειά με είχε ικανοποιήσει αρκετά. Το εμπορικό «ατού» της παράστασης ήταν τα ονόματα των δύο πρωταγωνιστών, δηλαδή του Βασίλη Χαραλαμπόπουλου και του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου και το γεγονός ότι θα ακουγόταν η μουσική που είχε γράψει ο Χατζιδάκις για τους Όρνιθες του Κουν. Φαίνεται όμως ότι πέραν της εμπορικής επιτυχίας, δεν υπήρξαν άλλες βλέψεις από τον σκηνοθέτη, ο οποίος είχε επιμεληθεί και τη διασκευή του έργου. Μία διασκευή που επικέντρωνε όλη τη δράση στους δύο πρωταγωνιστές-ονόματα, οι οποίοι έμειναν σε ερμηνείες εξωτερικές, μέσα στη μανιέρα που έχουμε συνηθίσει να τους βλέπουμε. Εκτός του ότι οι υπόλοιποι ηθοποιοί είχαν αφεθεί να περιφέρονται κυριολεκτικά πάνω στη σκηνή, χωρίς αιτία και χωρίς σκοπό, επισκιάστηκαν εντελώς και μείνανε σε ρόλους κομπάρσου. Η ίδια η διασκευή υπέπεσε σε πολλές ευκολίες για να προκαλέσει το γέλιο, επιθεωρησιακού τύπου ατάκες παρμένες από την επικαιρότητα και δήθεν αστείες βωμολοχίες από αυτές που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τα τελευταία χρόνια σε όλες τις αριστοφανικές παραστάσεις. Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα της παράστασης ήταν η αισθητική της. Τρέντυ χορευτές περιδιάβαιναν τη σκηνή με τα φτερά τους, λικνιζόμενοι σε στυλ νυχτερινής εξόδου στα μπουζούκια, ενώ η Αηδόνα ντυμένη ως go go girl, με άσπρες ψηλές μπότες και άσπρο κορμάκι, επιδιδόταν σε σέξυ χορούς υπό τους ήχους του «Ω καλή μου ξανθιά» του Χατζιδάκι. Απερίγραπτη και εξοργιστική αισθητική, που σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα εξαφάνισε το έργο, αφήνοντας πολλά ερωτηματικά για την παραγωγή.

Δεύτερη παράσταση αρχαίου δράματος, ένας ακόμα Αριστοφάνης, από το Θέατρο του Νέου Κόσμου, παράσταση που επέλεξα να δω πραγματικά τυχαία: οι Εκκλησιάζουσες. Ήταν και η μεγαλύτερη έκπληξη του καλοκαιριού. Ένας θίασος με εμφανή καλή συνεργασία, αυτό που ονομάζουμε «χημεία», με πολύ καλές ερμηνείες (και τεράστια έκπληξη τον εκπληκτικό Κώστα Κόκλα), με πραγματικά όμορφα κοστούμια, με πολύ δουλεμένη κίνηση και ξεχωριστή μουσική, που έδινε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον στα χορικά. Και κυρίως με μία νέα απόδοση στα νέα ελληνικά, που πρότεινε ξεχωριστό τρόπο να φανούν οι παραλληλισμοί με το σήμερα. Η σκηνοθετική γραμμή επέλεξε, σε αυτό το πνεύμα, να προσδώσει στην  Πραξαγόρα μαντικές ιδιότητες για το μέλλον, έτσι ώστε να διευκολύνει την αναγωγή του αριστοφανικού κειμένου στην επικαιρότητα. Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος «μάζεψε» σε αυτή την παράσταση κάποιους από τους καλύτερους δημιουργούς της εποχής μας και το αποτέλεσμα δε μπορούσε παρά να είναι όχι μόνο ουσιαστικό και αισθητικά άρτιο, αλλά και αστείο και γαργαλιστικά πικρό, όπως αρμόζει στον Αριστοφάνη. Ίσως να πρόκειται για τη δεύτερη μόλις πραγματικά καλή παράσταση Αριστοφάνη που έχω παρακολουθήσει ως τώρα.

Εκκλησιάζουσες -η στιγμή της υπόκλισης.

Η μόνη τραγωδία που κατάφερα να παρακολουθήσω ήταν ο Οιδίπους Τύραννος, σε σκηνοθεσία ενός γνώριμου στο ελληνικό κοινό λιθουανού σκηνοθέτη, του Τσέζαρις Γκραουζίνις. Η τραγωδία αυτή έχει ιδιαίτερο βάρος, τόσο γιατί θεωρούταν ήδη από την αρχαιότητα ως υπόδειγμα έργου (αυτήν χρησιμοποιούσε ο Αριστοτέλης στην Ποιητική του ως παράδειγμα), όσο και γιατί η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού κοινού έχει μία παραπάνω εξοικείωση μαζί της, λόγω του ότι διδάσκεται το κείμενο στο λύκειο. Επομένως, οι προσδοκίες από μία παράσταση του έργο είναι αυξημένες. Η συγκεκριμένη ξεκίνησε με ένα τέχνασμα που βλέπουμε συχνά τελευταία στο ελληνικό θέατρο: ένας περιπλανώμενος θίασος μπαίνει στη σκηνή, μεταφέροντας όλα τα αντικείμενα και τα σκηνικά που χρειάζεται για την παράσταση. Υποθέτω πως το εύρημα αυτό χρησιμοποιείται τόσο συχνά γιατί θεωρείται πως προσδίδει μία έντονη θεατρικότητα στην παράσταση, κάνοντας εμφανές στο κοινό ότι πρόκειται για «παιχνίδι». Η έννοια του παιχνιδιού ήταν διάχυτη σε όλη την παράσταση, οι ηθοποιοί έπαιζαν μεταξύ τους και με τις φωνές τους και βοηθούσαν στις μεταμφιέσεις των άλλων. Ήταν σίγουρα μία παράσταση που είχε μία πρόταση παρουσίασης, μία παράσταση που δεν κοιτούσες το ρολόι σου, ωστόσο λίγο υπερφορτωμένη σε σκηνοθετικά ευρήματα. Στους δύο πρωταγωνιστικούς ρόλους, ο Αιμίλιος Χειλάκης δε φάνηκε να έχει το απαραίτητο βάρος για Οιδίποδας, ενώ αντίθετα ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης κέρδισε για άλλη μία φορά τις εντυπώσεις, ερμηνεύοντας τρεις ρόλους: Τειρεσία, Ιοκάστη και Θεράποντα. Εκτίμησα ιδιαίτερα το γεγονός ότι η τύφλωση του Οιδίποδα δεν αποδόθηκε με αίματα και λοιπά εφέ που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε, αλλά απλώς με μία αποστροφή του Οιδίποδα προς το φως: κρύβει με τα μπράτσα του τα μάτια του.

Ταυτότητα παραστάσεων:

Όρνιθες – ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κρήτης
Σκηνοθεσία-απόδοση κειμένου Γιάννης Κακλέας, μουσική Μάνος Χατζιδάκις, σκηνικά Μανόλης Παντελιδάκης, κοστούμια Βάλια Μαργαρίτη/Μανόλης Παντελιδάκης, χορογραφίες Κυριάκος Κοσμίδης, φωτισμοί Γιώργος Τέλλος, μουσική επιμέλεια/διδασκαλία Αλέξιος Πρίφτης

Ερμηνεύουν: Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, Κώστας Μπερικόπουλος, Γιώργος Χρυσοστόμου, Βαγγέλης Χατζηνικολάου, Σωκράτης Πατσίκας, Αγορίτσα Οικονόμου, Σταύρος Σιόλας, Μάρα Βλαχάκη, Προκόπης Αγαθοκλέους
Χορεύουν: Ivan Svitailo, Σοφία Μιχαήλ, Alain Rivero
Συμμετέχει ο τραγουδιστής Σταύρος Σιόλας.

Εκκλησιάζουσες – Θέατρο του Νέου Κόσμου
Σκηνοθεσία Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, απόδοση κειμένου Βασίλης Μαυρογεωργίου, μουσική Θάνος Μικρούτσικος, σκηνικά-κοστούμια Άγγελος Μέντης, χορογραφίες Αγγελική Στελλάτου, σχεδιασμός φωτισμών Σάκης Μπιρμπίλης, μουσική διδασκαλία Θανάσης Αποστολόπουλος
Ερμηνεύουν: Δάφνη Λαμπρόγιαννη, Κώστας Κόκλας, Γιώργος Πυρπασόπουλος, Παντελής Δεντάκης, Νίκος Καρδώνης, Στράτος Χρήστου, Γεωργία Γεωργόνη
Χορός: Μαίρη Σαουσοπούλου, Ντίνη Ρέντη, Πολυξένη Ακλίδη, Ειρήνη Γεωργαλάκη, Μαρία Γεωργιάδου, Γεωργία Γεωργόνη, Άντρη Θεοδότου, Κατερίνα Μαούτσου, Σωτηρία Ρουβολή, Ειρήνη Φαναριώτη, Έλενα Χατζηαυξέντη

«Οιδίπους τύραννος» – ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βόλου & αρτivities
Μετάφραση Μίνως Βολανάκης, σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις,  σκηνικά-κοστούμια Κέννι Μακλίλαν,  φωτισμοί Νίκος Βλασόπουλος, μουσική Δημήτρης Θεοχάρης
Ερμηνεύουν: Αιμίλιος Χειλάκης, Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Χρήστος Σαπουντζής, Κώστας Κορωναίος, Αλμπέρτο Φάις, Γιάννης Τσεμπερλίδης, Κώστας Σειραδάκης, Παναγιώτης Εξαρχέας, Ονίκ Κετσογιάν, Γιώργος Παπανδρέου, Τζεφ Μααράουι

Ο Μολιέρος στην Επίδαυρο

Αμφιτρύων του Μολιέρου
Εθνικό Θέατρο
Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου – 3 Αυγούστου 2012

Και μόνο το ότι ο Λευτέρης Βογιατζής ξανασκηνοθέτησε φέτος για την Επίδαυρο, ήταν μεγάλο γεγονός. H κάθοδος στο αργολικό θέατρο είχε από μόνη της τη θέση μίας ξεχωριστής εμπειρίας. Το καστ των ηθοποιών πολλά υποσχόμενο, κινούμενο ανάμεσα στις γνωστές επιλογές τους σκηνοθέτη. Τι ήταν όμως αυτό που είδαμε τελικά; Τολμάω μία πιο ψύχραιμη και προσωπική ματιά, σε σχέση με τον γενικό ενθουσιασμό, για μία παράσταση που όλα λένε ότι θα έπρεπε να μου αρέσει.

Το σκηνικό της Εύας Μανιδάκη ήταν ένα γαϊτανάκι, που δεν χρησιμοποιήθηκε επαρκώς ως εύρημα.

Η πλήξη ήταν το κύριο συναίσθημά μου όση ώρα παρακολουθούσα την παράσταση, συναίσθημα που με κυρίεψε από το πρώτο δεκάλεπτο. Ο Χρήστος Λούλης έκανε εντυπωσιακή είσοδο στην ορχήστρα πάνω σε ξυλοπόδαρα, συνομιλώντας με τη Στεφανία Γουλιώτη που ως Νύχτα αναρριχήθηκε στην κορυφή του σκηνικού. Και αμέσως μετά αυτή την πρώτη σκηνή έγινε η πρώτη κοιλιά, όταν βγήκε ένας ηθοποιός που καθόλου δεν περιμένεις να «ρίξει» έτσι μία παράσταση: ο πάντα καλός Δημήτρης Ήμελλος ως Σωσίας, έδωσε μία ερμηνεία που θύμιζε τηλεοπτικό χαρακτήρα. Είναι δύσκολο ακόμα και να θυμηθώ το περιεχόμενο της σκηνής αυτής. Η συνέχεια της παράστασης ήταν παρόμοια και πολλές ήταν οι φορές που όσοι καθόμασταν στο άνω διάζωμα δεν ακούγαμε τι έλεγαν οι ηθοποιοί. Κάποιοι από αυτούς, κυρίως η Α. Μουτούση και η Ε. Σαουλίδου είχαν τις αναμενόμενες ερμηνείες τους, κάτι που δημιουργεί ερωτήματα περί μανιέρας.

Λοιπά ερωτήματα που δημιουργήθηκαν από την παράσταση ήταν τα εξής: κατά πόσο τελικά ταίριαζε το συγκεκριμένο έργο στην Επίδαυρο; Το μεγαλύτερο μέρος του κοινού είχε αυτή τη συζήτηση ενώ αποχωρούσε από το θέατρο. Κατά τη γνώμη μου ο χώρος ισοπέδωσε εντελώς το έργο, που φάνηκε «λίγο». Εκτός αυτού, ήταν πασιφανές ότι η παράσταση είχε σκηνοθετηθεί για κλειστό χώρο, φαινόταν από τα σκηνοθετικά ευρήματα, από την γενικότερη «ησυχία» που κυριαρχούσε στο ρυθμό και την ένταση. Επίσης, το σκηνικό της Εύας Μανιδάκη ήταν ένα γαϊτανάκι, που προφανώς ήθελε να δηλώσει ότι πρόκειται για ένα παιχνίδι. Ωστόσο, σαν εύρημα εξαντλήθηκε από την αρχή, χρησιμοποιήθηκε για να καθίσουν και να περιστρέφονται οι ηθοποιοί και να αναρριχηθεί η Νύχτα-Στεφανία Γουλιώτη στην κορυφή ως παρατηρητής της παράστασης. Έπειτα το γαϊτανάκι δίπλωσε στο πλάι και απέμεινε μία ξερή μεταλλική κατασκευή στο μέσον της ορχήστρας. Και μιας και αναφέρθηκε η Σ. Γουλιώτη, άλλο ένα τεράστιο ερώτημα ήταν ο ρόλος της. Καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης περιφερόταν στη σκηνή με μίνι, γόβες και γυαλιά μυωπίας, με βήμα που έμοιαζε με μεθυσμένου, κρατούσε το κείμενο και παρενέβαινε δήθεν «διορθώνοντας» τους ηθοποιούς. Ήταν ένας σκηνοθέτης-βοηθός; Πάντως ήταν ένας ρόλος που έμοιαζε πέρα για πέρα περιττός!

Σίγουρα, το έργο αυτό θα είχε άλλη δύναμη σε κλειστό χώρο, θα δημιουργούσε μία μοναδική ατμόσφαιρα. Ως θετικά σημεία της παράστασης, νομίζω αξίζει να αναφερθούν τα εξής: Κατά πρώτον, υπήρξαν κάποιες ξεχωριστές ερμηνείες. Ο Χρήστος Λούλης για άλλη μία φορά επέδειξε το υποκριτικό του μέγεθος, ως Ερμής. Είναι ένας ηθοποιός με φοβερή ενέργεια και εκτόπισμα επί σκηνής. Ο Γιώργος Γάλλος δημιούργησε μία ερμηνεία-κέντημα, με λεπτές αποχρώσεις συναισθημάτων. Πολύ καλός ήταν και ο «χορός» των Στρατηγών, με εξέχοντα τον Κωνσταντίνο Αβαρικιώτη. Επίσης, πολύ θετικό στοιχείο της παράστασης ήταν το αισθητικό κομμάτι. Ανεξάρτητα από τη λειτουργία και τη χρήση του, το σκηνικό της  Εύας Μανιδάκη, σε συνδυασμό με τα κοστούμια του πάντα εξαιρετικού Άγγελου Μέντη, δημιουργούσαν ένα πολύ θεατρικό σύμπαν. Λίγο να απέστρεφε ο θεατής το βλέμμα από την ορχήστρα, όταν ξανακοιτούσε προς τα εκεί έβλεπε μία εικόνα ξεχωριστής ομορφιάς, με τους ηθοποιούς τέλεια τοποθετημένους και με τα πράσινα κοστούμια τους να θυμίζουν κούκλες, με μία κινησιολογία ξεχωριστή, με μία θεατρικότητα που ξεχείλιζε.

Θα μου είναι δύσκολο να θυμάμαι αυτή την παράσταση για πολύ καιρό, ωστόσο σίγουρα θα θυμάμαι τη στιγμή της υπόκλισης του θιάσου. Ο Λευτέρης Βογιατζής καταβεβλημένος ανέβηκε για να υποκλιθεί κι αυτός στο κοινό, που τον αποθέωσε. Θα προσπαθήσω να την ξαναδώ στην περιοδεία της, σε θέση διαφορετική από το άνω διάζωμα όπου καθόμουν, ίσως με τον καιρό να «κουρδιστεί» κάπως καλύτερα.

Η στιγμή της υπόκλισης.

Ταυτότητα της παράστασης
Μετάφραση Χρύσα Προκοπάκη, σκηνοθεσία Λευτέρης Βογιατζής, σκηνικά Εύα Μανιδάκη, κοστούμια Άγγελος Μέντης, μουσική Δημήτρης Καμαρωτός, κίνηση Ερμής Μαλκότσης, φωτισμοί Λευτέρης Παυλόπουλος, βοηθοί σκηνοθέτη Χάρης Φραγκούλης, Ελένη Ευθυμίου

Διανομή 
Αλκμήνη Αμαλία Μουτούση, Αμφιτρύων Γιώργος Γάλλος, Δίας Νίκος Κουρής, Σωσίας Δημήτρης Ήμελλος, Ερμής Χρήστος Λούλης, Κλεάνθη Εύη Σαουλίδου, Νύχτα Στεφανία Γουλιώτη

Στρατηγοί: Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Ανδρέας Κωνσταντίνου, Χάρης Φραγκούλης, Νικόλας Χανακούλας.

Παραστάσεις:
4 και 5 Αυγούστου, Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
10 Αυγούστου, Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, Καβάλα
27 Αυγούστου, Θέατρο Δάσους, Θεσσαλονίκη
31 Αυγούστου, Θέατρο Βράχων, Βύρωνας
2 Σεπτεμβρίου, Παλαιό Ελαιουργείο, Ελευσίνα
7 Σεπτεμβρίου, Κύπρος