Rabih Mroué – So little time: πολυεπίπεδη αφήγηση και απλότητα

Rabih Mroué

So little time

Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση – 15/5/2018

Ο Λιβανέζος καλλιτέχνης Ραμπί Μρουέ ήρθε πρόσφατα για δεύτερη φορά στην Ελλάδα και πολλοί από εμάς έσπευσαν να παρακολουθήσουν την παράστασή του στο Fast Forward Festival. Κι αυτό γιατί ο καταξιωμένος πλέον καλλιτέχνης (επαναλαμβάνω τη λέξη «καλλιτέχνης» γιατί δεν αρκεί να χαρακτηριστεί απλά σκηνοθέτης ή απλά ηθοποιός, ο Μρουέ συμμετέχει πιο σφαιρικά στη δημιουργία του), έχει καταφέρει να ξεχωρίσει για το παραστασιακό σύμπαν που δημιουργεί. Μόνο επιφανειακά μπορεί να κατατάξει κανείς τις παραστάσεις του το είδος της lecture performance και που παρά τον έντονο αφηγηματικό χαρακτήρα τους δημιουργούν πάντα έντονη συγκίνηση και προβληματισμό.

Ο Μρουέ εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 2014 , στο πρώτο Fast Forward Festival της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση. Προσωπικά με παρέσυραν τότε να τον δω φίλοι που τον είχαν παρακολουθήσει ήδη στο εξωτερικό, στο Photoromance (Μια ξεχωριστή μέρα) που παρουσίασε στην Αβινιόν το 2009 ή σε άλλες παραστάσεις στο Βρότσλαβ και στην Αβινιόν. Στη Στέγη είχαμε παρακολουθήσει το Pixelated Revolution και το Riding on cloud, δύο παραστάσεις η μία μετά την άλλη, που ακουμπούσαν περισσότερο στην παραδοσιακή φόρμα της lecture performance. Το Pixelated Revolution είχε ως θέμα τους πυροβολισμούς πολιτών από ελεύθερους σκοπευτές, στην εμπόλεμη ζώνη του Λιβάνου κι όχι μόνο. Οι προεκτάσεις του θέματος ήταν πολλαπλές: πώς ο άνθρωπος είναι πλέον τόσο εθισμένος στην εικόνα, ώστε να υπάρχουν άπειρα τέτοια ερασιτεχνικά πλάνα στο διαδίκτυο, ανοιχτά στον καθένα να τα παρακολουθήσει. Κι ακόμα, πόσο μεγάλος είναι πλέον ο εθισμός στο κινητό τηλέφωνο, ώστε να υπάρχουν άνθρωποι που καταγράφουν με το κινητό τους τον θάνατό τους, αδυνατώντας να αποτραβηχτούν και να προστατέψουν τον εαυτό τους, ακόμα κι όταν βλέπουν έναν ελεύθερο σκοπευτή να τους σημαδεύει. Στην παράσταση βλέπαμε τον Μρουέ καθισμένο σε ένα τραπέζι να μας διηγείται την ιστορία/ιστορίες, με συνοδεία προβολών που υποστήριζαν το λόγο του, υπογραμμίζοντας τις προεκτάσεις της ιστορίας σχετικά με το βλέπειν και το βλέπεσθαι, σχετικά με την αίσθηση ισχύος που δίνει ο πόλεμος, σχετικά με το πώς συμπλέκεται το προσωπικό με το καθολικό. Στο Riding on a cloud επί σκηνής βρέθηκε και ο αδερφός του Μρουέ, ο Γιασσέρ, για να μας αφηγηθεί τη δική του ιστορία. Η ιστορία ενός πολίτη που δέχτηκε τα πυρά ελεύθερου σκοπευτή. Μία συγκινητική συνέχεια της προηγούμενης αφήγησης, με εργαλεία έγγραφα αλλά και προσωπικά αντικείμενα από τη ζωή του Γιασσέρ.

Pixilated Revolution

O Rabih Mroué στο Pixilated Revolution.

Δεν είναι τυχαία η τόσο μεγάλη αναφορά στις προηγούμενες παραστάσεις του Μρουέ, καθώς αυτό το κείμενο θέλει να αναδείξει τη συνέχεια της θεματολογίας και την εξέλιξη των μέσων αφήγησης, με την παραδοχή βέβαια των κενών που προκύπτουν από το γεγονός ότι έχω παρακολουθήσει μόνο τις παραστάσεις που παίχτηκαν στην Ελλάδα. Αυτή τη φορά, με το So little time, ο Μρουέ κινήθηκε στα όρια του είδους της lecture performance, κρατώντας ως κύριο στοιχείο την εμπλοκή του προσωπικού με το συλλογικό που είχαμε δει και το 2014. Επί σκηνής αυτή τη φορά μόνο η Λίνα Μανταλανί (μόνιμη συνεργάτης και σύντροφος του Μρουέ), για να μας αφηγηθεί την ιστορία του Ντιμπ αλ Ασμάρ, του ανθρώπου που θεωρήθηκε ο πρώτος μάρτυρας στον πόλεμο στον Λίβανο. Πρόκειται για μία ιστορία που το μόνο αληθινό στοιχείο είναι τα ιστορικά γεγονότα του πολέμου. Τα γεγονότα όμως της προσωπικής ιστορίας του ήρωα είναι πέρα για πέρα φανταστικά και ο αριστοτεχνικός τρόπος που συμπλέκεται το φανταστικό κομμάτι με το πραγματικό φαίνεται από το ότι πολλοί πιστέψαμε ή αργήσαμε πολύ να καταλάβουμε ότι η ιστορία δεν είναι αληθινή. Ο Μρουέ δήλωσε έκπληκτος που η ιστορία του So little time γίνεται πιστευτή ακόμα και από Λιβανέζους, που έχουν βιώσει τα γεγονότα και ξέρουν πολύ καλά ότι ούτε μάρτυρας Ντιμπ αλ Ασμάρ υπήρξε, ούτε το άγαλμά του, ούτε πλατεία με το όνομά του.

Η Μανταλανί ξεκινά την ιστορία ως κλασικός αφηγητής-παραμυθάς. Σε τρίτο πρόσωπο αρχίζει να μας μιλάει για τον Ντιμπ , έναν άνθρωπο που έφυγε ως πολεμιστής και το σώμα του επιστράφηκε στην οικογένειά του για να το θάψει. Κηρύχτηκε μάρτυρας, ο πρώτος του λιβανέζικου έθνους, σε κεντρική πλατεία της Βυρηττού στήθηκε ένα τεράστιο μοντέρνο άγαλμά του και η πλατεία σιγά-σιγά πήρε το όνομά του. Όμως ο Ντιμπ δεν είχε πεθάνει, επέστρεψε στη Βυρηττό έκπληκτος από την τροπή των πραγμάτων και αδυνατώντας να διαχειριστεί τη φήμη του, ως ο πρώτος πλέον παγκοσμίως ζωντανός μάρτυρας. Η σουρεαλιστική ιστορία συνεχίζεται, με τον ίδιο να αποδέχεται τελικά πλήρως τη φήμη του και τελικά όταν αρχίζει η αποκαθήλωσή του από το συλλογικό ασυνείδητο, να την υπερασπίζεται μέχρι θανάτου. Στο πρώτο μέρος της αφήγησης, παρακολουθούμε την κατασκευή ενός ήρωα και τη «χρήση» του από την κοινωνία και το κράτος. Ποια είναι η θέση του ατόμου απέναντι και μέσα σε αυτό; Ωστόσο, το εντυπωσιακό είναι το πώς συνοδεύει η Μανταλανί την αφήγηση: με μία πράξη που καμία σχέση δεν έχει με αυτήν και που αφηγείται μία εντελώς διαφορετική ιστορία. Η κατά τα άλλα παραδοσιακή τριτοπρόσωπη αφήγηση συνοδεύεται από προσωπικές φωτογραφίες της Μανταλανί (φωτογραφίες με τους φίλους της, με τον Μρουέ, φωτογραφίες από εκδρομές και πρόβες κ.α.), που η ίδια τοποθετεί μέσα σε υγρό τη μία μετά την άλλη και τις αφήνει μέχρι να αποχρωματιστούν εντελώς και να μείνουν λευκά ορθογώνια πλαίσια. Εμείς βλέπουμε τις φωτογραφίες και την αποσύνθεση του χρώματος σε γκρο πλαν, μέσω ενός προβολέα. Η παράσταση φαίνεται πως έχει δύο ήρωες, τον Ντιμπ αλ Ασμάρ και τη Μανταλανι. Πρόκειται, όχι μόνο για το σχόλιο του Μρουέ σχετικά με την θέση του καλλιτέχνη μέσα στο έργο, ότι δηλαδή η προσωπικότητα του καλλιτέχνη είναι παρούσα μέσα στο έργο (ο Στανισλάβσκι δεν έχει καμία θέση εδώ), αλλά και για ένα γενικότερο πολιτικό σχόλιο: Η προσωπική ιστορία του καθενός δεν μπορεί να μην εγγράφεται μέσα στην Ιστορία, που είναι πολύ ευρύτερη από το ατομικό.

So_little_time

Η Lina Majdalanie στην πρώτη πράξη του So little time.

Αυτό γίνεται περισσότερο κατανοητό στη συνέχεια της παράστασης. Στη δεύτερη «πράξη» η Μανταλανί φοράει ποδιά και γάντια και μαζεύει τις αποχρωματισμένες φωτογραφίες από το δοχείο μέσα στις οποίο τις τοποθετούσε. Σκουπίζει τα λευκά πλέον πλαίσια και τα κρεμάει με μανταλάκια το ένα δίπλα στο άλλο, δημιουργώντας ένα λευκό πλαίσιο. Η αφήγηση της ιστορίας δε γίνεται τώρα από την ηθοποιό, ο σκηνοθέτης διευρύνει τα όριά της αφήγησης: τώρα πλέον το κοινό διαβάζει την ιστορία, που είναι γραμμένη πάνω σε πλάκες, μέσω του ίδιου προβολέα που πριν μας έδειχνε τις φωτογραφίες της Μανταλανί. Η ιστορία του Ντιμπ αλ Ασμάρ εδώ έχει να κάνει περισσότερο με τη φάση της αποκαθήλωσής του ως ήρωα, καθώς η κοινωνία στρέφεται τώρα στην αναζήτηση νέων ηρωικών προτύπων. Ο Ντιμπ δεν μπορεί να το διαχειριστεί και καθώς η Ιστορία τον προσπερνά, αυτός καταλήγει σε διάφορες γκροτέσκο καταστάσεις, όπως το να παριστάνει ο ίδιος το άγαλμα του εαυτού του ή να στήσει δεκάδες ομοιώματα του αγάλματός του σε όλη τη Βυρηττό μέσα σε μία νύχτα. Η δεύτερη πράξη καταλήγει σε μία δεύτερη εξαφάνιση του Ντιμπ, που φαίνεται ότι δε διστάζει ακόμα και να ξαναπεθάνει, προκειμένου να υπερασπιστεί την ηρωική του υπόσταση.

Στην τρίτη πράξη το είδος της αφήγησης αλλάζει ξανά. Η Μανταλανί εξαφανίζεται πίσω από το πλαίσιο πάνω στο οποίο γίνονταν οι προβολές μέχρι πριν λίγο. Πλέον μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, έχει γίνει ο Ντιμπ αλ Ασμάρ. Βλέπουμε το πρόσωπό της/του να προβάλλεται, αυτή τη φορά πάνω στην κάτασπρη επιφάνεια που δημιούργησε πριν, κρεμώντας τις κατάλευκες φωτογραφίες τη μία δίπλα στην άλλη: η απορρόφηση του ατομικού από το συλλογικό έχει συντελεστεί. Ο Ντιμπ τώρα είναι μεγαλύτερος σε ηλικία. Έχει καταφέρει να ξεπεράσει τη μανία του για ηρωισμό, ωστόσο ένας αμερικάνος καλλιτέχνης τον πείθει να γίνει ζωντανό έκθεμα σε μουσείο. Εκεί γνωρίζει και παντρεύεται μία κοπέλα και καταλήγει μαχητής της Χεζμπολάχ. Φαίνεται πως δεν μπορεί να σταματήσει να μάχεται και αναζητεί διαρκώς νέο σκοπό. Με τη νέα οργάνωση βρίσκεται μέσα σε ένα μουσείο με πολλά αγάλματα και μένει έκθαμβος! Λόγω της αγάπης του για το μουσείο, βρίσκεται εκεί σε ώρα που δεν θα έπρεπε, σε ώρα που έχει προγραμματιστεί βομβαρδισμός κατά τη συνάντηση των επικεφαλής της οργάνωσης. Ο Ντιμπ αλ Ασμάρ κηρύσσεται και πάλι νεκρός. Κατά της γνώμη μου υπάρχει και μία τέταρτη πράξη: το χειροκρότημα. Η Μανταλανί δεν εμφανίζεται ποτέ στο χειροκρότημα, ένα επιπλέον σχόλιο για την εξαφάνιση του ήρωα, την εξαφάνιση του ατομικού μέσα στο συλλογικό, αλλά και το εφήμερο των παραστασιακών τεχνών, που εξαφανίζονται αμέσως μόλις τελειώσει η παράσταση.

so_little_time_3

Το So little time ήταν ένα ευφυέστατο σχόλιο για την κοινωνική κατασκευή των ηρώων, για την διαχείριση τέτοιων μεγεθών από το άτομο ως μονάδα, για την μεγαλομανία και την προσγείωση, για την προσωπική μας ιστορία μέσα στην Ιστορία. Αυτά σε επίπεδο περιεχομένου. Σε επίπεδο φόρμας ήταν ένα σχόλιο για τις διάφορες μορφές αφήγησης, για τη στάση του καλλιτέχνη απέναντι στο έργο του, για τα καλλιτεχνικά μέσα, που στην περίπτωση του Μρουέ μοιάζουν ανεξάντλητα ή μάλλον ανανεωνόμενα με ανεξάντλητο τρόπο. Φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάμε το γενικότερο σχόλιο, το πώς στέκεται ο άνθρωπος απέναντι στην Τέχνη. Γιατί αυτό δεν αφορά μόνο την παράλληλη αφήγηση του Μρουέ και της Μανταλανί, όταν χρησιμοποιούν τις φωτογραφίες από την προσωπική τους ζωή ή όταν η ηθοποιός εξαφανίζεται σταδιακά από το κοινό για να δώσει έμφαση στο περιεχόμενο. Ο άλλος ήρωας της παράστασης, ο φανταστικός Ντιμπ αλ Ασμάρ, είναι ένας άνθρωπος που στέκεται εκστατικός απέναντι στο άγαλμά του. Υπάρχει μία ολόκληρη συζήτηση για τη δημόσια τέχνη, το πώς χρησιμοποιείται για να υποστηρίξει τους συλλογικούς μύθους και το πόση δύναμη μπορεί τελικά να έχει: Ο Ντιμπ σε κάποιο σημείο της ιστορίας επιτίθεται για να γκρεμίσει το άγαλμα ενός αντίπαλου ήρωα, γιατί βλέπει πως αρέσει περισσότερο στους συμπολίτες του.

Το δυνατό σημείο της παράστασης δεν είναι μόνο το ότι είναι φοβερά πολυεπίπεδη και ότι μπορεί να είναι αφορμή για πολλαπλές συζητήσεις. Το δυνατό της σημείο είναι ότι παραμένει καταπληκτικά απλή, πανέμορφα «εύκολη» και ευχάριστη. Με διαυγή νοήματα που εκτίθενται ολοφάνερα στον θεατή. Κι αυτό δεν συναντάται πολύ συχνά σε εποχές πνευματικής σύγχυσης. Ο Μρουέ μέσω του So little time καταφέρνει να μιλήσει ταυτόχρονα για ζητήματα τέχνης και Ιστορίας, έχοντας μία πρωτόγνωρη δύναμη στον καλλιτεχνικό του λόγο, που παραμένει πάντα απολαυστικός και κατ’ ουσίαν πολιτικός.

Σημειώσεις:
Στην παράσταση Photoromance που παρουσιάστηκε στην Αβινιόν το 2009, κεντρικό ρόλο στην αφήγηση είχε και πάλι η προβολή φωτογραφιών. Με αφορμή την ταινία του Έττορε Σκόλα «Μια ξεχωριστή μέρα», ο Μρουέ και η Μανταλανί έκαναν ένα σχόλιο πάνω στην λιβανέζικη πραγματικότητα και ταυτόχρονα πάνω στην φύση του θεάτρου. Στην παράστσαση 33 tours et quelques secondes, που παρουσίασαν στην Αβινιόν το 2012, στο κέντρο βρισκόταν και πάλι η ζωή στον Λίβανο, αυτή τη φορά ιδωμένη μέσα από την ιστορία της αυτοκτονίας ενός νέου ανθρώπου. Στην παράσταση αυτή ο Μρουέ έφτασε στα όρια της αφήγησης, καθώς επί σκηνής δε βρισκόταν κανένας ηθοποιός. Με την απουσία οποιουδήποτε ηθοποιού, ο Μρουέ κατάργησε μία από τις πιο θεμελιώδεις αρχές του θεάτρου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s