Σκηνοβατώντας καλοκαιριάτικα

Το άρθρο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στο μηνιαίο freepress Cityvibes – τεύχος 2, Νοέμβριος 2011.

Εθνικό Θέατρο

Σκηνοβάτες σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή

Παλαιό Ελαιουργείο Ελευσίνας – 3 Σεπτεμβρίου 2011

Κάθε καλοκαίρι το Εθνικό Θέατρο παρουσιάζει δύο παραστάσεις στην περιοδεία του. Συνήθως, αλλά όχι πάντα (το καλοκαίρι του 2009 ήταν δύο τραγωδίες, Άλκηστη και Πέρσες) είναι μία τραγωδία και μία κωμωδία. Τη θέση της τραγωδίας κατέλαβε εφέτος ο Ηρακλής Μαινόμενος, σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού και τη θέση της κωμωδίας ο σύνθεση Σκηνοβάτες, έμπνευσης και σκηνοθεσίας Σταμάτη Φασουλή. Και οι δύο παραστάσεις είχαν ένα καστ πραγματικά εκλεκτών ηθοποιών και καθώς το Εθνικό Θέατρο μου πρόσφερε αρκετές συγκινήσεις το περασμένο χειμώνα, αποφάσισα να τις παρακολουθήσω και τις δύο, στο προσφιλές μου Παλαιό Ελαιουργείο της Ελευσίνας, που αποτέλεσε έναν από τους τελευταίους σταθμούς της περιοδείας τους.

Παρόλα αυτά, θα επιλέξω να μιλήσω μόνο για τους Σκηνοβάτες, μία παράσταση που θεωρώ σημαντικό να την έχει παρακολουθήσει κάποιος, για τους λόγους που θα εξηγήσω παρακάτω. Είδα την παράσταση στις 3 Σεπτεμβρίου 2011, όταν είχε ήδη παρουσιαστεί στην Επίδαυρο και σε πολλά ακόμα θέατρα. Είχε ήδη γραφτεί ότι η παράσταση ήταν μία εισπρακτική και μάλλον καλλιτεχνική αποτυχία. Ήθελα να έχω τη δική μου προσωπική εκτίμηση. Είδα επί σκηνής ένα πραγματικά πολυμελή θίασο και πολύ γνωστά ονόματα και κατάλαβα ότι το Εθνικό θεώρησε ότι με αυτήν την παράσταση παίζει το καλό του χαρτί: Νένα Μεντή, Σοφία Φιλιππίδου, Νίκος Κουρής, Τάνια Τρύπη, Θανάσης Αλευράς, Ελένη Κοκκίδου, Ευαγγελία Μουμούρη, Σωκράτης Πατσίκας, Κλειώ-Δανάη Οθωναίου κ.α.. Όλοι αυτοί οι ηθοποιοί λοιπόν, με την έναρξη της παράστασης συντάχθηκαν επί σκηνής σε τρεις θιάσους, υποδυόμενοι ηθοποιούς που θα διαγωνίζονταν μεταξύ τους, για να δουν ποιο θα είναι το καλύτερο δραματικό είδος: θίασος της Αθήνας, της Σικελία και της Φρυγίας, που θα διαγωνίζονταν σε τραγωδία αρχαία και ρωμαϊκή, κωμωδία, μίμο, φλύακα, σατιρικό δράμα, ωδές κ.α. Δραματουργικά βρισκόμαστε στο τέλος του 2ου μ.Χ, αιώνα, όταν το θέατρο έχει χάσει την παλιά του αίγλη και οι ηθοποιοί αγωνίζονται για την επιβίωσή τους.

Όμως για να ξέρεις ή έστω να συγκρατήσεις το δραματικό είδος που θα υποστήριζε ο κάθε θίασος, θα έπρεπε να έχεις ήδη μελετήσει – ο μέσος θεατής δυσκολευόταν, παρά τις εξηγήσεις του Λαέρτη Μαλκότση ως κομπέρ. Δεν αρκούσε, καθώς κανένας θίασος δεν ακολούθησε τους κανόνες που έθεσε: ξαφνικά είδαμε τη Σοφία Φιλιππίδου που υποστήριζε την τραγωδία ως καλύτερο είδος, να παίζει τον αντίπαλο φλύακα. Αυτό συνέβη με όλους τους ηθοποιούς (εννοώ τον ρόλο «ηθοποιό») και το εύρημα των αντίπαλων θιάσων ξεχάστηκε εντελώς και σχεδόν αμέσως, κάτι που σε συνδυασμό με τη μεγάλη διάρκεια της παράστασης και τη σπονδυλωτή της μορφή, δημιούργησε μεγάλες δραματουργικές ασυνέχειες και κατέστησε την παρακολούθηση ιδιαίτερα δύσκολη. Είδαμε ουσιαστικά μία ιστορία του θεάτρου, από την αρχαιότητα ως σήμερα, με τη ματιά ενός ανθρώπου που θεωρεί τον εαυτό του ειδήμονα. Λες και ο Φασουλής ήθελε να κάνει επίδειξη γνώσεων για την ιστορία και τη θεωρία του θεάτρου, σαν να ήθελε ο να μας δείξει ότι μπορεί να τα καταφέρει σε ένα τέτοιο εγχείρημα, καταλήγοντας τελικά σε ένα ανεξέλεγκτο πάτσγουορκ από έργα και στιγμές του θεάτρου, που δημιούργησε το λιγότερο έντονη ενόχληση.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν στην αισθητική. Το βλέμμα από τη μία χόρταινε: πλούσια σκηνικά (Μανόλης Παντελιδάκης), πολλά κοστούμια (Ντένη Βαχλιώτης), πολλές εναλλαγές, μουσική (Θοδωρής Οικονόμου), τραγούδι, χορός (Φωκάς Ευαγγελινός). Όμως, το σύνολο της παράστασης δεν τιμούσε καθόλου το Εθνικό Θέατρο, καθώς πολλές -πάρα πολλές- στιγμές άγγιζε επίπεδα φτηνής επιθεώρησης: μία σειρά από νούμερα, παρμένα από διάφορα έργα, γνωστά ή λιγότερο γνωστά, σαν σύντομα σκετσάκια αμφιβόλου αισθητικής και νοήματος. Στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου για παράδειγμα, ο Νίκος Κουρής εμφανίζεται ως Κλυταιμνήστρα-μινωική φιγούρα, ενώ η Σοφία Φιλιππίδου στον φλύακα που ερμηνεύει συμπυκνώνει τα νοήματα σε φράσεις αλήστου κάλλους: «Ο Ορέστης αυτό το πουστόπαιδο!», «Ο Αχιλλέας τον ψιλοέπαιρνε». Αργότερα η κατά τα άλλα ξεκαρδιστική Μήδεια του Σενέκα, ερμηνευμένη από τον Θανάση Αλευρά –το μόνο ίσως αληθινά αστείο σημείο της σύνθεσης – εμπνέεται από τον Χάρυ Πόττερ και αναφωνεί «Expecto patronum» και συμπληρώνει αργότερα: «Παντρεύεται ο Ιάσωνας, παντρεύεται αυτός ο μπινές». Τέτοιες «εύκολες» και εξυπνακίστικες φράσεις μέτρησα πολλές και δεν έχει νόημα νομίζω να της αραδιάσω, όμως πραγματικά έδωσαν στο θέαμα μία σεφερλική διάσταση, κορυφώθηκε δε με το νούμερο των «Πιτσιλουόμενων» («απόψε αν θέλεις φίλα με και ύστερα πιτσίλα με») που σχεδόν ντρεπόμουν που έβλεπα. Δεν είχα πλέον καμία αμφιβολία για τους λόγους για τους οποίους το κοινό έμεινε παγωμένο μπροστά στο θέαμα και που η παράσταση ήταν η μεγάλη αποτυχία του καλοκαιριού.

Αλλά το χειρότερο σημείο της παράστασης ήταν το φινάλε, όταν η Φιλιππίδου ως Κασσάνδρα, χορεύοντας πυρρίχιο (!) προφητεύει τον θάνατο της τραγωδίας: «Ο σκηνοθέτης θα μας πάρει όλους σκλάβους! Σκηνοθέτης-τύραννος!». Σε αυτό το σημείο αρχίζουν να παρελαύνουν όλοι οι ηθοποιοί μιμούμενοι στιγμιότυπα από παραστάσεις. Μέτρησα και αναγνώρισα: τους Πέρσες και τους Όρνιθες του Κουν, τον Ορέστη της Σαουσπίλε, την Ηλέκτρα με τη Μουτούση, την Ηλέκτρα από Τσιάνο με την Κονιόρδου, τον Οιδίποδα του Σουζούκι, τη Μαρία Κάλλας, τις παραστάσεις του Τερζόπουλου και του Λάνχοφ, τη Μήδεια του Βασίλιεφ, του πρόσφατους Πέρσες του Εθνικού, τον Οιδίποδα της Μπρούσκου και πόσα ακόμα που δεν σημείωσα ή δεν αναγνώρισα. Μία ερώτηση είχα διαρκώς: Μα τι κάνει! Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω το σκεπτικό με το οποίο ο Φασουλής παρουσίασε έργο συναδέλφων, ως υπέρτατος κριτής που θεώρησε ότι αυτές οι παραστάσεις κατέστρεψαν το μέλλον της τραγωδίας, ρίχνοντας ταυτόχρονα το μπαλάκι στο κοινό για να δώσει το βραβείο σε αυτόν που πιστεύει ότι είναι άξιος. Ταυτόχρονα σκεφτόμουν τους ηθοποιούς, πολλοί από τους οποίους είχαν παίξει σε αυτές τις παραστάσεις τις οποίες τώρα κλήθηκαν να ξεφτιλίσουν, τους σκηνοθέτες που θα πήγαν στην παράσταση και θα είδαν τον τρόπο με τον οποίο σχολιάζεται η δουλειά τους και επίσης, εμένα την ίδια ως θεατή, που ουσιαστικά σχολιαζόταν το όποιο γούστο μου. Δηλαδή αν μου είχε αρέσει η παράσταση της Μπρούσκου έχω συμβάλει στην καταστροφή της τραγωδίας και του θεάτρου; Σύμφωνα με ποιον;

Δεν μπορώ να πω ότι χαίρομαι που μία παράσταση απέτυχε, όμως αισθάνομαι κάποια ικανοποίηση που το κοινό αναγνώρισε σε αυτήν στοιχεία που δεν του άρεσαν, δεν υπέκυψε στις ευκολίες της και δεν την τίμησε με την παρουσία του. Νομίζω όμως ότι αυτή η παράσταση είχε τόσα «φάουλ» που θα έπρεπε κάποιος να την έχει παρακολουθήσει και να τη θυμάται.

Advertisements