Φεστιβάλ Αθηνών 2010

Το Φεστιβάλ Αθηνών 2010 έφτασε στο τέλος του. Οι παραστάσεις του ήταν λιγότερες συγκριτικά με πέρσι (51 στο σύνολό τους), ωστόσο το ενδιαφέρον του κοινό δεν μειώθηκε. Πολλές ήταν οι παραστάσεις που έγιναν sold-out, περισσότερες από αυτές που περιμέναμε οι ίδιοι οι εργαζόμενοι στο Φεστιβάλ.  Οι όμορφες στιγμές πολλές, οι εκπλήξεις ακόμα περισσότερες.

Το Φεστιβάλ ξεκίνησε θριαμβευτικά, με την παράσταση Άγγελοι στην Αμερική, σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη. Με ένα πραγματικά εκλεκτό καστ ηθοποιών (Δούκα, Ευθυμιάδης, Λιγνάδης, Λούλης, Λυμπεροπούλου, Παπασπηλιόπουλος, Σεϊρλή, Χατζόπουλος), η παράσταση δημιουργούσε μία καταπληκτική, σχεδόν υγρή και κολλώδη ατμόσφαιρα, όπου οι ήρωες πάλευαν με τις σωματικές και ψυχικές ασθένειες. Μας άφησε ωστόσο με μία αίσθηση ότι το θέμα είναι «παλιό»: η κοινωνία του 2010 δεν αντιδρά με τον ίδιο τρόπο ενάντια στην ομοφυλοφιλία και το AIDS ή και την ψυχική ασθένεια. Παρ’ όλα αυτά, η σκηνή της συνάντησης σε φαντασιακό επίπεδο των Ζέττα Δούκα και Χρήστου Λούλη, είναι από τις πιο ωραίες σκηνές που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια στο ελληνικό θέατρο.

Η Μαρία Κολλιοπούλου παρουσίασε, στις 11 και 12 Ιουνίου, τη χορευτική παράστασή της Πράξη 8- Singularity. Ένα θέμα ακραία εσωτερικό, σχεδόν αυτιστικό, χωρίς να ενδιαφέρεται να επικοινωνήσει με το κοινό του. Επαναλαμβανόμενες ελάχιστες κινήσεις από τις δύο χορεύτριες, που ήταν κλεισμένες μέσα στο εικαστικό σκηνικό. Το θέαμα θα λειτουργούσε καλύτερα αν είχε τη μορφή εγκατάστασης, στην οποία ο κάθε θεατής θα μπορούσε να παραμείνει όσο επιθυμούσε και όχι για 50 λεπτά που διαρκούσε η παράσταση. Με αυτόν τον τρόπο θα εκτιμούσε και τα θετικά στοιχεία της παράστασης, όπως τη συνομιλία του χορού με τις εικαστικές τέχνες και την έννοια της επανάληψης με την οποία παίζει η Κολλιοπούλου.

Ο Ραούλ στο θέατρο Ρεξ ήταν μία από τις αποθεωτικές παραστάσεις του Φεστιβάλ. Ο εγγονός του Τσάρλι Τσάπλιν και δισέγγονος του Ευγένιου Ο’ Νηλ, μας πρόσφερε ένα θέαμα κατά το οποίο μόνος του επί σκηνής χόρευε, μιμούταν, πετούσε, έκανε μαγικά, χαρίζοντάς μας ένα χαμόγελο στα χείλη, ένα άγγιγμα τρυφερότητας στο παιδί που κρύβεται μέσα μας αλλά και τη γλυκιά πίκρα της μοναξιάς που ο ήρωας βίωνε. Ευρηματικός σε εκπληκτικό βαθμό, ένας γνήσιος καλλιτέχνης και κλόουν που θα έκανε τα πάντα για να ικανοποιήσει το κοινό του, ο Τιερρέ κατάφερε να κερδίσει το πιο θερμό χειροκρότημα (χρονομετρημένο πάνω από δέκα λεπτά), ενώ η παράσταση έγινε γνωστή από στόμα σε στόμα και απόλυτο sold out μέσα σε δύο μέρες.

Ο ομάδα Système Castafiore των Μάρσια Μπαρσελλό και Καρλ Μπισκουί ήρθε στο Φεστιβάλ κομίζοντας με το Stand alone Zone μία νέα – ίσως- γλώσσα. Τουλάχιστον εικαστικά. Ο συνδυασμός κίνησης και προβολών υψηλής ποιότητας, δημιουργούσε ένα τρισδιάστατο παιχνίδι μέσα στο οποίο οι χορευτές εκτελούσαν κινήσεις αμφίβολης πρωτοτυπίας. Τα πολλά δραματουργικά λάθη και η κάπως φλύαρη δράση άφησαν μία πικρή γεύση από αυτό το κατά τα άλλα καινούριο για το ελληνικό κοινό θέαμα.

Ο πολυαναμενόμενος Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν της βερολινέζικης Σαουμπίνε, υπό τη σκηνοθεσία του Τόμας Οστερμάγιερ, ήταν μία παράσταση παράξενα κλασική. Σχεδόν παλιά. Αναρωτιέται κανείς αν έχει νόημα πλέον στην εποχή μας να υπάρχουν τόσο κλασικά ανεβάσματα των έργων του κλασικού ρεπερτορίου. Παρά τις καλές ερμηνείες, η παράσταση δεν μπορεί να μνημονευτεί ούτε για την ιδιαίτερη ατμόσφαιρά της, ούτε για κάποια ιδιαίτερη πρότασή της.

Το συγκρότημα Active Member που πρωτοστατεί στην ελληνική low bap σκηνή συνεργάστηκε με την ομάδα 18 Μποφώρ και την Όλια Λαζαρίδου για την παράσταση Κοινός Τόπος. Υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Γιώργου Παλούμπη, περίμενε κανείς να δει ένα τουλάχιστον νεανικό και ευφάνταστο θέαμα. Όμως, η παράσταση, εκτός του ότι κινήθηκε υποκριτικά, σκηνοθετικά και ρυθμικά σε ένα πολύ ερασιτεχνικό επίπεδο (παραπάνω απ’ ότι επέτρεπε το γεγονός ότι οι 18 Μποφώρ είναι ερασιτέχνες), δραματουργικά δεν κόμιζε τίποτα. Ένα αδιάφορο θέαμα, με έναν υπέρβαρο άνθρωπο (B.D. Foxmoore) καθισμένο στο κέντρο της σκηνής, αναμενόμενους «μαχητικούς» διαλόγους και σκληρότητα κάπως κατασκευασμένη. Θα περίμενε κανείς μία πιο αισιόδοξη νότα, ακριβώς γιατί συμμετείχε η ομάδα 18 Μποφώρ.

To Moment της Μαριάννας Καβαλλιεράτου ήταν μία καλή στιγμή του Φεστιβάλ. Η Καβαλλιεράτου, μετά από την πολύχρονη συνεργασία της με τον Bob Wilson, έκανε το ντεμπούτο της ως χορογράφος, σε ένα ντουέτο με τον Ηλία Πιερράκο. Δεδομένου του ότι προσωπικά πήγα χωρίς να είμαι ενημερωμένη για το θέμα της παράστασης και διαπίστωσα μετά διαβάζοντας το δελτίο τύπου ότι είχα καταλάβει ακριβώς αυτό για το οποίο η Καβαλλιεράτου μιλούσε, τότε εκτιμώ ότι κατέχει πολύ καλά το χορογραφικό λεξιλόγιο και μάλιστα τόσο ώστε να είναι ξεκάθαρο το μήνυμά της και στον πιο ανυποψίαστο θεατή, διατηρώντας ταυτόχρονα και την αισθητική της. Μοναδικό μελανό σημείο ήταν το αμήχανο τέλος της παράστασης.

Ένας από τους σημαντικότερους ευρωπαίους σκηνοθέτες, ο Krzysztof Warlikowski, ήρθε για δεύτερη φορά στο Φεστιβάλ (η πρώτη ήταν το 2008 με το Κρουμ) σκηνοθετώντας την Ιζαμπέλ Υππέρ στην παράσταση Ένα Λεωφορείο¸βασισμένη στο Λεωφορείον ο Πόθος του Τέννεσση Ουίλλιαμς. Μία παράσταση άρτια, με πολλά σκηνοθετικά ευρήματα, μία όντως νέα ανάγνωση πάνω στο κλασικό αυτό έργο, που ανέδειξε πολύ περισσότερο τη σχέση Κοβάλσκι-Μπλανς, δίνοντας βάση στην ψυχολογία τους. Ταυτόχρονα χρησιμοποίησε στο έπακρο τη νέα τεχνολογία, τόσο όσον αφορά τους μηχανισμούς της σκηνής, όσο και τη χρήση της on stage κάμερας, μέσω της οποίας είχαμε προβολή των κοντινών πλάνων των ηθοποιών- κάτι που κατέλυε την απόσταση θεατή-θεάματος. Μία πολύ δουλεμένη παράσταση, με συγκλονιστικές ερμηνείες, όχι μόνο από την αναμενόμενη Ιζαμπέλ Υππέρ, αλλά και από τον Κοβάλσκι Andrzej Chyra. Ενοχλητικές ήταν οι μουσικές παρεμβάσεις της Renate Jett, ιδιαίτερα στο τελευταίο «στάσιμο» για τις αμαζόνες, το πιο άσχετο θεματικά αλλά και το πιο μεγάλο χρονικά. Επίσης, χοντρικά θα έλεγε κανείς ότι ενώ ήταν μία παράσταση με πολλά στοιχεία για να θαυμάσει και να μνημονεύσει ο θεατής, παρέμενε ψυχρή, χωρίς να μπορεί να αγγίξει συναισθηματικά το κοινό.

Το How to forget in ten steps [AntiPrometheus] της τουρκάλας Σάικα Τεκάντ ήταν η πρώτη παράσταση του Κύκλου Προμηθέας, που φιλοξενήθηκε στο Φεστιβάλ. Είδαμε ακριβώς ό,τι περιμέναμε: ο φωτισμός ως πρωταγωνιστής ή σχεδόν σκηνοθέτης, άκρος φορμαλισμός και επιρροές από τον Θόδωρο Τερζόπουλο. Μία παράσταση κουραστική, αδύνατον να την παρακολουθήσει το κοινό λόγω της ταχύτητας του λόγου και των κινήσεων, με ένα κείμενο που ελάχιστα είχε σχέση με τον Προμηθέα και το νόημά του. Δεν αρκεί σε μία παράσταση να θαυμάζει κανείς τις φυσικές ικανότητες των ηθοποιών, που έπαιζαν με απίστευτο βάρος στην πλάτη του για όση ώρα διήρκησε το θέαμα.

Ο Προμηθέας Δεσμωτης του Θόδωρου Τερζόπουλου είχε μία βασική έλλειψη: δεν υπήρχαν υπέρτιτλοι. Ο εικαστικός Γιάννης Κουνέλλης, που η εγκατάστασή του αποτελούσε ουσιαστικά το σκηνικό της παράστασης, αποφάσισε στην γενική πρόβα ότι οι υπέρτιτλοι καταστρέφουν την αισθητική της παράστασης. Ίσως να είχε δίκαιο, το αποτέλεσμα όμως ήταν ότι την παράσταση δεν μπορούσε να την παρακολουθήσει κανείς: ούτε ο «απλός» θεατής, ο οποίος πήγε να δει το έργο, ούτε ο «υποψιασμένος» ο οποίος γνωρίζει το ιδίωμα του Τερζόπουλου (πάντα το ίδιο), αλλά θέλει να δει πώς δούλεψε αυτή τη φορά πάνω στο κείμενο. Τελικά ο Τερζόπουλος είδε μέρος του κοινού να αποχωρεί και άκουσε επιφωνήματα αγανάκτησης στο τέλος.

Η επιτυχία του Φεστιβάλ Αθηνών έγκειται στο ότι έχει δημιουργήσει πλέον προσδοκίες στο κοινό του.  Οι θεατές περιμένουν να δουν τις νέες τάσεις στην τέχνη του θεάτρου, του χορού, των εικαστικών. Αναμένουμε λοιπόν και το Φεστιβάλ Αθηνών της επόμενης χρονιάς να είναι εξίσου πλούσιο με το φετινό.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s