Γνωριμία με τη σκηνοθέτρια Christiane Pohle

Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε για την ιστοσελίδα του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου – Λύκειο Επιδαύρου, με αφορμή το σεμινάριο που εμψύχωσε η Christiane Pohle στο Λύκειο Επιδαύρου 2019, με τίτλο «Ο αγγελιοφόρος της τραγωδίας».Christiane_Pohle_SLIDER

Η θεατρική ομάδα Laborlavache! ήταν το όραμά μας: πώς έξι γυναίκες-δημιουργοί μπορούν να αναπτύξουν τα θεατρικά τους πρότζεκτ τόσο μαζί όσο και ανεξάρτητα, έχοντας η καθεμιά ίσα δικαιώματα, από τη σκοπιά της ηθοποιού, της σκηνοθέτριας, της σκηνογράφου, της ενδυματολόγου. Μέσα από αυτήν την εμπειρία απέκτησα οργανικά τον ρόλο της ηθοποιού που ταυτόχρονα είναι και σκηνοθέτρια. Όλη αυτή η δημιουργική διαδικασία αντικατοπτριζόταν στη συνολική δουλειά της ομάδας. Η πρώτη απόπειρα της ομάδας Laborlavache! ήταν μια μοναδική και όμορφη σκηνική διασκευή των Τριών αδελφών του Αντόν Τσέχωφ και όταν ολοκληρώθηκαν οι παραστάσεις, συνειδητοποίησα ότι ο ρόλος που ήθελα να έχω στο θέατρο ήταν εκείνος της σκηνοθέτριας. Ήταν απλό και ξεκάθαρο και έτσι έκτοτε δεν ξαναδούλεψα ως ηθοποιός. Ίσως κατάλαβα πως απολάμβανα περισσότερο να έχω την «πλήρη εικόνα» των πραγμάτων, έναν πιο εννοιολογικό τρόπο σκέψης και δημιουργίας, την ιδέα να καθοδηγώ τη διαδικασία της πρόβας εκτός σκηνής, να ενδυναμώνω τους ερμηνευτές από μια απόσταση, να αναπτύσσω μια μεγαλύτερη, πιο αποστασιοποιημένη εικόνα ή έναν ολόκληρο κόσμο, να σκέφτομαι τον ρυθμό, την ατμόσφαιρα, τα σκηνικά, τις διαφορετικές και περίπλοκες πτυχές των κειμένων, των ιστοριών και των χαρακτήρων. Επίσης ανακάλυψα ότι αγαπώ βαθιά την επαφή με τους σκηνογράφους, τους ενδυματολόγους, τους δραματουργούς, τους μουσικούς και τους συγγραφείς. Και έτσι παραμένω σε αυτή την επιλογή μου έως σήμερα.

Είχα την τύχη να εργαστώ ως σκηνοθέτρια στην Schauspielhaus Zürich όταν ο Christoph Marthaler και η Stephanie Carp διηύθυναν το θέατρο. Η συγκεκριμένη εμπειρία με σημάδεψε και ήταν συναρπαστική. Αργότερα γνώρισα, μεταξύ άλλων, τον Ulrich Khuon στο Thalia Theater, τον Joachim Lux στο Burgtheater Wien και τον Frank Baumbauer στο Münchner Kammerspiele και έμαθα πολλά για αυτό που αποκαλούμε επιδοτούμενο «κρατικό θεατρικό σύστημα». Δούλεψα και δουλεύω, ακόμα συχνά, στο ελεύθερο θέατρο. Μέσα από αυτό το μονοπάτι, απέκτησα μια απτή εικόνα ότι το θέατρο είναι κάτι περισσότερο από μια σκηνή ή ένα ατελιέ για διαφορετικούς, ανεξάρτητους καλλιτέχνες. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός, τόπος μιας δυναμικής και ποικιλόμορφης κοινότητας ερμηνευτών, σκηνοθετών, δραματουργών, σκηνογράφων, τεχνικών, φωτιστών, μουσικών, χορευτών, παραγωγών, συγγραφέων, κ.ά., τόπος μιας συλλογικής, καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ίσως γι’ αυτό αντιμετωπίζω τη σκηνοθεσία σαν ένα μοναδικό ταξίδι, εμπνευσμένο από συγκεκριμένα αντικείμενα/ιστορίες/συγγραφείς/κοινωνίες τα οποία κινούνται από τους καλλιτέχνες που συμμετέχουν στη διαδικασία. Η ενεργοποίηση, ανάπτυξη και προστασία αυτής της διαδικασίας είναι ο κύριος ρόλο μου ως σκηνοθέτης. Από την εμπειρία μου έμαθα πως η δημιουργική διαδικασία στο θέατρο είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις μακροχρόνιες σχέσεις συνεργασίας. Πάντα προσπαθώ να συνεργάζομαι με τους ίδιους ανθρώπους και στο μέλλον ίσως δημιουργήσω τη δική μου διεθνή θεατρική ομάδα.

Δεν κάνω ποτέ «μάθημα». Κάνω πρόβα. Και αυτή η επιλογή μου αποφέρει καρπούς. Μπορεί να έχω ένα μικρό προβάδισμα σε γνώσεις και εμπειρία και να έχω τη δυνατότητα να βοηθήσω σε σχέση με την υποκριτική και τα τεχνικά, αλλά την στιγμή της πρόβας και της δημιουργίας ξεκινάς πάντα από την αρχή. Αυτή η «αρχή» ή «σημείο μηδέν» μπορεί να είναι ταυτόχρονα τρομακτικό, προκλητικό και συναρπαστικό και δεν είσαι ποτέ προετοιμασμένος για αυτό. Η πρακτική εμπειρία που προσφέρει ο πυρήνας της δουλειάς στο θέατρο είναι αυτό που πραγματικά αγαπώ όταν δουλεύω με τους σπουδαστές μου. Επίσης λατρεύω να παρακολουθώ και να στηρίζω τους σπουδαστές ενώ εκείνοι αναπτύσσουν την προσωπικότητά τους και τη δημιουργική τους γλώσσα, να εξερευνώ το πώς μια άλλη γενιά βλέπει τον κόσμο, να έρχομαι αντιμέτωπη και να συνδέω τη δουλειά μου με τις ιδέες και δημιουργικές διαλέκτους των ανθρώπων που θα δημιουργήσουν το θέατρο του μέλλοντος.

Η σχέση μου με το αρχαίο ελληνικό θέατρο προκύπτει από το εξής ερώτημα: Γιατί όλοι αυτοί οι χαρακτήρες και οι ιστορίες τους παραμένουν επίκαιροι, και πώς μπορούμε να δώσουμε στη «σημασία» τους μια σύγχρονη φωνή και γλώσσα;

Τι σημαίνει για εμένα η ιδέα ενός διεθνούς σχολείου για το θέατρο: να δημιουργήσεις ένα ασφαλές περιβάλλον εργασίας τόσο για το σύνολο των διεθνών μαθημάτων και εργαστηρίων όσο και για τον ανεξάρτητο χώρο εργασίας των συμμετεχόντων. Πέρα από τα μαθήματα με έμπειρους καλλιτέχνες και καθηγητές, πρέπει να υπάρχει και αρκετός χώρος για μια δημιουργική ανταλλαγή μεταξύ των σπουδαστών, να αναπτυχθεί μια κουλτούρα ανατροφοδότησης, να μάθει ο ένας από τον άλλον, να παρακολουθούν και να κάνουν πρόβες μαζί ώστε να γνωρίζουν και να δοκιμάζουν νέες τεχνικές και προσεγγίσεις. Γνωρίζοντας και εκτιμώντας τις διαφορές της γλώσσας, των πολιτισμικών καταβολών και των δημιουργικών προσεγγίσεων των συμμετεχόντων και των δασκάλων, ένα διεθνές σχολείο φέρνει κοντά σπουδαστές θεάτρου από όλο τον κόσμο για να μπορέσουν να γνωριστούν και να συνδεθούν, να αναπτύξουν τις ιδέες τους και να συνεργαστούν. Και θα μπορούσε να στηρίξει, ενδεχομένως, όσους ενδιαφέρονται να ξεκινήσουν διεθνείς ανταλλαγές μεταξύ τους ως κομμάτι μιας πιθανής, μελλοντικής θεατρικής δουλειάς.

Λίγα λόγια για την Christiane Pohle

Η Christiane Pohle γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1968 και σπούδασε υποκριτική στο Αμβούργο. Το 1999 ίδρυσε την ομάδα Laborlavache! με τη συμμετοχή συναδέλφων της. Έκτοτε εργάζεται ως σκηνοθέτρια του θεάτρου, της όπερας και παραστάσεων μικτών τεχνών για πλήθος θεάτρων, οργανισμών και φεστιβάλ σε χώρες της κεντρικής Ευρώπης, μεταξύ των οποίων οι Schaubühne και Sophiensæle στο Βερολίνο, η πειραματική σκηνή (TIF) της Δρέσδης, το Schauspielhaus της Ζυρίχης, το Φεστιβάλ Μουσικής και Θεάτρου του Σάλτσμπουργκ, το Θέατρο της Βασιλείας, το αυστριακό Εθνικό Θέατρο της Βιέννης, η Κρατική Όπερα του Μονάχου, κ.ά.

Η Christiane Pohle έχει λάβει πλήθος διακρίσεων το βραβείο Σκηνοθεσίας Kurt Hübner, το βραβείο Günther-Rühle για το έργο Desirevolution και το βραβείο σκηνικού συνόλου στο Φεστιβάλ Encounter του Μπρνο για την παράσταση πάνω στη ζωή και το έργο του Γερμανού καλλιτέχνη Einar Schleef. Συνδημιουργεί τα περισσότερα από τα καλλιτεχνικά της έργα με τον δραματουργό και καλλιτεχνικό της παρτενέρ Malte Ubenauf.

Διδάσκει υποκριτική και σκηνοθεσία στο Πανεπιστήμιο Τεχνών του Βερολίνου, στη σχολή Μουσικής και Θεάτρου του Αμβούργου, τη σχολή Παραστατικών Τεχνών Falckenberg και τη Θεατρική Ακαδημία August Everding στο Μόναχο. Είναι διευθύντρια του τμήματος υποκριτικής της Ακαδημίας Παραστατικών Τεχνών της Βάδης – Βυρτεμβέργης από το 2014. Παράλληλα, έχει πραγματοποιήσει διεθνή σπουδαστικά πρότζεκτ και εργαστήρια. Το 2015, ίδρυσε με μια ομάδα συνεργατών και καλλιτεχνών (Malte Ubenauf, Hubert Bauer, Florian Fischer, Benedikt Haubrich) το [h4rt] μια διεθνή πλατφόρμα παραστατικών τεχνών που αποτελεί πραγμάτωση ενός 10ετούς διεπιστημονικού πρότζεκτ το οποίο ξεκίνησε σε ένα παλιό θερμοκήπιο του Μονάχου με στόχο να ταξιδέψει σε διαφορετικές πόλεις της Ευρώπης στο μέλλον. Η Christiane Pohle ζει στο Μόναχο και την Τεργέστη.

Η συνέντευξη είναι δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου: http://greekfestival.gr/gnorimia-me-tin-skinothetria-christiane-pohle/

Advertisements

Γνωριμία με την ηθοποιό Kamila Klamut, στενή συνεργάτη του Ινστιτούτου Γκροτόφκσι στο Βόρτσλαβ της Πολωνίας

Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε για την ιστοσελίδα του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου – Λύκειο Επιδαύρου, με αφορμή το σεμινάριο που εμψύχωσε η Kamila Klamut στο Λύκειο Επιδαύρου 2019, με τίτλο «Αδύνατη Aντιγόνη / Παράφρων Αγαύη: Οι χαρακτήρες του αρχαίου δράματος στο σύγχρονο σωματικό θέατρο».

Kamila_Klamut_SLIDER_foto_Karol_Jarek

To Θεατρικό Εργαστήρι του Γκροτόφσκι έκλεισε τον κύκλο του το 1984. Λίγο μετά ιδρύθηκε το δεύτερο Studio στο Βρότσλαβ αντικαθιστώντας ουσιαστικά τις δράσεις του. Δημιουργήθηκε από έναν από τους ηθοποιούς του Εργαστηρίου, τον Zbigniew Cynkutis. Μετά την ολοκλήρωση των δραστηριοτήτων του δεύτερου Studio του Βρότσλαβ, το 1990, ιδρύθηκε το Κέντρο Μελέτης Γροτόφσκι για την Πολιτιστική και Θεατρική Έρευνα, που μετονομάστηκε το 2007 σε Ινστιτούτο Γκροτόφσκι. Αρχικά ο οργανισμός αρχειοθέτησε έγγραφα και αρχεία του Θεατρικού Εργαστηρίου και ταυτόχρονα έγινε τόπος παρουσίασης παραστάσεων, οργανωμένων εργαστηρίων, διασκέψεων και συζητήσεων συνδεδεμένα με το έργο και τη σκέψη του Γκροτόφσκι. Το Κέντρο Γκροτόφσκι/ Ινστιτούτο Γκροτόφσκι ήταν επίσης ο διοργανωτής όλων των παρουσιάσεων της «Δράσης» του Workcenter του Jerzy Grotowski και του Thomas Richards στην Πολωνία. Έτσι ήταν κατά τη δεκαετία του ’90, και εξακολουθεί να είναι, ένα μέρος της μνήμης του Θεατρικού Εργαστηρίου και των ανθρώπων του. Το Ινστιτούτο Γκροτόφσκι είναι επίσης ένας τόπος όπου μπορείτε να συναντήσετε τους πρώην ηθοποιούς του Εργαστηρίου, Rena Mirecka, Mieczysław Janowski, Maja Komorowska ή τον συνιδρύτη του Ludwik Flaszen. Προσωπικά, είχα την ευχαρίστηση να δουλέψω με δύο ηθοποιούς από το Θεατρικό Εργαστήρι – τη Rena Mirecka και τον Zygmunt Molik. Δεν έχω δει ποτέ ζωντανά παραστάσεις του Εργαστηρίου, ήμουν μικρή σε ηλικία. Η πρώτη μου εμπειρία ήταν με το “Action” το 1997. Εν τω μεταξύ, το Ινστιτούτο Grotowski είναι γεμάτο συναντήσεις με ανθρώπους που στο παρελθόν δημιούργησαν το φαινόμενο του Laboratory Theatre, τόσο ως δημιουργοί αλλά και ως θεατές. Το πιο ασυνήθιστο για μένα από τα επιτεύγματα του Θεατρικού Εργαστηρίου, είναι ο συνολικός προβληματισμός για την τέχνη του ηθοποιού. Ο Γκροτόφσκι απογυμνώνοντας το θέατρο από όλα όσα θεωρούσε υπερβολικά (μουσική από ηχεία, φώτα, σκηνικά τρικ) επικεντρώθηκε στην ουσία της παρουσίας του ηθοποιού στη σκηνή. Και ήταν πραγματικά ριζοσπαστικός στις πεποιθήσεις του.

Ο Γκροτόφσκι στη δεκαετία του 1960, όταν δημιούργησε το Θέατρο με τις 13 Σειρές-Ινστιτούτο Μελέτης της Υποκριτικής, είχε πει πως: «Η βάση της μεθόδου μας είναι η υπόθεση ότι κανένας δεν μπορεί να διδαχθεί πώς να δημιουργήσει και ότι δεν υπάρχουν τέλεια μοντέλα που, μιμούμενοι, θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε «το περαιτέρω». Υποθέτουμε μια αρνητική τεχνική, δηλαδή – προτείνουμε ο ηθοποιός πρώτα απ ‘όλα να καθορίσει τι τον ενοχλεί, σε τι αντιστέκεται και να ανακαλύψει μια εξατομικευμένη εκπαίδευση που εξαλείφει αυτά τα εμπόδια σε ένα δεδομένο στάδιο της ανάπτυξής του». Στην πραγματικότητα, η δουλειά του Γκροτόφσκι συνίστατο στη συνεχή αναζήτηση με κοινό στόχο τη δημιουργία ενός θεάτρου. Ήταν ένας μεγάλος αντίπαλος του ορθόδοξου. Στο έργο του χρησιμοποίησε διάφορες τεχνικές, αλλά απέφευγε να δημιουργήσει έτοιμες δημιουργικές συνταγές. Οι συνεργάτες του επεξεργάστηκαν τις δικές τους εκπαιδευτικές μεθόδους, όπως ο Zygmunt Molik, που ανέπτυξε μια μέθοδο φωνητικής εξάσκησης ή η Rena Mirecka, που ασχολήθηκε με τις καλές τέχνες και ο Ryszard Cieślak που δημιούργησε τη δική του σωματική μέθοδο, Παρ’ όλα αυτά, είναι δύσκολο να μιλήσουμε για ομάδα τεχνικών που αφορούν τη μέθοδο Γκροτόφσκι. Κάτι τέτοιο απλά δεν υπάρχει. Πιστεύω, όμως ότι οι ερωτήσεις του Γκροτόφσκι, που έθετε όταν έβλεπε έναν ηθοποιό στη σκηνή, την εκπαίδευσή του, το ήθος εργασίας κλπ., και ο ριζοσπαστισμός με τον οποίο προσέγγισε τα ερωτήματα αυτά, μπορεί να αποτελέσει για έναν σύγχρονο καλλιτέχνη.

Ο Jarek (σ.σ. ο συνεργάτης της, Jaroslaw Fret) και εγώ πιστεύουμε σε ένα θέατρο που δημιουργείται μέσα σε ένα μουσικό πνεύμα. Φυσικά, υπάρχουν πολλοί, διαφορετικοί τρόπο που εκδηλώνεται η ανθρώπινη έκφραση, αλλά η μουσική είναι πιο κοντά στο δικό μας τρόπο. Χωρίς να είναι ο μοναδικό τρόπος προσέγγισης. Στις παραστάσεις του ZAR Theater, ολοκληρώνουμε τη μουσική με την έντονη κίνηση των σωμάτων των ηθοποιών. Η μουσική των παραστάσεών μας (ζωντανή ερμηνεία τραγουδιών, πολλές φορές με τη συνοδεία οργάνων) βασίζεται σε τραγούδια της λατρευτικής παράδοσης. (Όχι όμως αποκλειστικά. Για παράδειγμα το τραγούδι Zar, από όπου η ομάδα μας πήρε το όνομά της, είναι το μοιρολόι της φυλής Σβαν που κατοικούν στα ορεινά του Καυκάσου στην βορειοδυτική Γεωργία). Πολλές φορές ερευνούμε την πηγή αυτών των τραγουδιών σε μέρη όπως η Γεωργία, η Αρμενία, η Ελλάδα (Άγιο Όρος), η Βουλγαρία, η Κορσική και η Σαρδηνία. Οι αποστολές μας, που αποτελούν κύριο κομμάτι της φιλοσοφίας της δουλειάς μας, μετατρέπουν την προετοιμασία μιας παράστασης μας, από θεατρική παραγωγή σε μεγάλο πολιτιστικό πρότζεκτ. Πιστεύουμε πως τα παραδοσιακά τραγούδια αποτελούν μέσο καταγραφής της ανθρώπινης εμπειρίας, σε θέματα που αφορούν την εργασία, τη ζωή, την πνευματικότητα και φέρουν τη μνήμη πολλών γενεών. Στόχος μας είναι να μοιραστούμε αυτή την ενέργεια και στο θέατρο.

Δεν υπάρχει αρχαίο θέατρο χωρίς μουσική! Ο Χορός στο αρχαίο δράμα συνήθως τραγουδούσε στα χορικά. Μπορούσες να ακούσεις τα μουσικά όργανα και να δεις τη μουσικότητα των σωμάτων που χόρευαν. Επομένως ήταν ένα ζωντανό μουσικό δρώμενο και ένα μεγάλο μάθημα στο θέατρο για εμάς. Θυμάμαι τα λόγια του κριτικού και δραματουργού Ludwik Flaszen για το Θεατρικό Εργαστήρι του Γκροτόφσκι: “ Η δράση μας μπορεί να γίνει κατανοητή ως μια προσπάθεια αποκαστάσης των αρχών του αρχαίου θεάτρου. Δεν είμαστε μοντέρνοι – το αντίθετο μάλιστα, είμαστε αρκετά παραδοσιακοί. Θα έλεγε κάποιος ως αστείο πως δεν είμαστε «πρωτοπόροι» αλλά «οπισθοδρομικοί». Προσυπογράφω το σχόλιο του Flaszen και για τη δουλειά που κάνουμε με την ομάδα ZAR Theater.

Έχουμε επισκεφτεί την Ελλάδα πολλές φορές με το Zar Theater. Στις αρχές του 2000 οι άντρες της ομάδας μας επισκέφτηκαν το Άγιο Όρος. Εγώ ήρθα στην Αθήνα πρώτη φορά το 2006 όταν παρουσιάσαμε με το Zar Theater την παράσταση “Gospels of Childhood”στο πλαίσιο του 4ου Φεστιβάλ Εναλλακτικής Σκηνής. Με το Zar Theater, επιστρέψαμε στην Ελλάδα τον Ιούλιο του 2017 και παρουσιάσαμε τις παραστάσεις “Armine Sister” και “Medeas. On Getting Across” και διοργανώσαμε εργαστήρια για ηθοποιούς στο Φεστιβάλ Δάσους στη Θεσσαλονίκη. Στην Πολωνία, έχουμε μεγάλη ελληνική κοινότητα. Τα περισσότερα μέλη της ήταν μετανάστες που έφυγαν από την Ελλάδα μετά το τέλος του Εμφυλίου. Όταν οι Έλληνες φίλοι μου μού μιλούν για την επίσκεψή τους στην Επίδαυρο τα μάτια τους γεμίζουν δάκρυα και μιλούν για αυτήν σαν να είναι ένα μαγικό μέρος. Για μένα λοιπόν, η επίσκεψη στην Επίδαυρο θα είναι ένα ταξίδι σε ένα μαγικό τόπο, όπου ξεκίνησε και ενδυναμώθηκε το θέατρο.

Λίγα λόγια για την Kamila Klamut

Η Kamila Klamut είναι στενή συνεργάτις του Ινστιτούτου Γκροτόφκσι στο Βόρτσλαβ της Πολωνίας από τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Το 1996, μετά από πρόσκληση του Grzegorz Bral και της Anna Zubrzycki, ίδρυσε τη θεατρική ομάδα Song of the Goat και συμμετείχε στην πρώτη παράσταση της με τίτλο Song of the Goat: Διθύραμβος. Το 1999 ξεκίνησε τη συνεργασία της με τον Jaroslaw Fret με τον οποίο έχουν πραγματοποιήσει πολυετή έρευνα στην ιστορία και τα παλαιότερα σωζόμενα είδη της μουσικής. Συμμετείχε παράλληλα στην ίδρυση του Θεάτρου ZAR και στις τρεις παραγωγές μέρος του παραστατικού τρίπτυχου με τίτλο το Ευαγγέλιο της Παιδικής Ηλικίας που έχει παρουσιαστεί σε αρκετές πόλεις ανά τον κόσμο.

H Kamila συνδημιούργησε με τη Mariana Sadovska το έργο Camille, εμπνευσμένο από τη ζωή και το έργο της γαλλίδας γλύπτριας Καμίλ Κλοντέλ, που πρωτοπαρουσιάστηκε στο Ινστιτούτο Γκροτόφσκι τον Φεβρουάριο του 2014. Τον Σεπτέμβριο του 2014 ξεκίνησε τη συνεργασία της με το Studio Matejka, συμμετέχοντας ως ηθοποιός στην παράσταση Η Αρμονία των Αντιθέσεων: Πολωνία σε σκηνοθεσία Matej Matejka. Η Kamila είναι επίσης συνεργάτης του βιωματικού ερευνητικού προγράμματος με τίτλο Body Constitution του Ινστιτούτου Γκροτόφσκι. Αυτήν την περίοδο συμμετέχει στην προετοιμασία της νέας παράστασης του Θεάτρου ZΑR με τίτλο Armine, Sister.

Περισσότερα για την Kamila Klamut και τη δουλειά της μπορείτε να βρείτε στην προσωπική της σελίδα και εδώ.

Η συνέντευξη δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα του Φεστιβάλ: http://greekfestival.gr/gnorimia-me-ti-skinothetria-kamila-klamut/ 

Rabih Mroué – So little time: πολυεπίπεδη αφήγηση και απλότητα

Rabih Mroué

So little time

Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση – 15/5/2018

Ο Λιβανέζος καλλιτέχνης Ραμπί Μρουέ ήρθε πρόσφατα για δεύτερη φορά στην Ελλάδα και πολλοί από εμάς έσπευσαν να παρακολουθήσουν την παράστασή του στο Fast Forward Festival. Κι αυτό γιατί ο καταξιωμένος πλέον καλλιτέχνης (επαναλαμβάνω τη λέξη «καλλιτέχνης» γιατί δεν αρκεί να χαρακτηριστεί απλά σκηνοθέτης ή απλά ηθοποιός, ο Μρουέ συμμετέχει πιο σφαιρικά στη δημιουργία του), έχει καταφέρει να ξεχωρίσει για το παραστασιακό σύμπαν που δημιουργεί. Μόνο επιφανειακά μπορεί να κατατάξει κανείς τις παραστάσεις του το είδος της lecture performance και που παρά τον έντονο αφηγηματικό χαρακτήρα τους δημιουργούν πάντα έντονη συγκίνηση και προβληματισμό.

Ο Μρουέ εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 2014 , στο πρώτο Fast Forward Festival της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση. Προσωπικά με παρέσυραν τότε να τον δω φίλοι που τον είχαν παρακολουθήσει ήδη στο εξωτερικό, στο Photoromance (Μια ξεχωριστή μέρα) που παρουσίασε στην Αβινιόν το 2009 ή σε άλλες παραστάσεις στο Βρότσλαβ και στην Αβινιόν. Στη Στέγη είχαμε παρακολουθήσει το Pixelated Revolution και το Riding on cloud, δύο παραστάσεις η μία μετά την άλλη, που ακουμπούσαν περισσότερο στην παραδοσιακή φόρμα της lecture performance. Το Pixelated Revolution είχε ως θέμα τους πυροβολισμούς πολιτών από ελεύθερους σκοπευτές, στην εμπόλεμη ζώνη του Λιβάνου κι όχι μόνο. Οι προεκτάσεις του θέματος ήταν πολλαπλές: πώς ο άνθρωπος είναι πλέον τόσο εθισμένος στην εικόνα, ώστε να υπάρχουν άπειρα τέτοια ερασιτεχνικά πλάνα στο διαδίκτυο, ανοιχτά στον καθένα να τα παρακολουθήσει. Κι ακόμα, πόσο μεγάλος είναι πλέον ο εθισμός στο κινητό τηλέφωνο, ώστε να υπάρχουν άνθρωποι που καταγράφουν με το κινητό τους τον θάνατό τους, αδυνατώντας να αποτραβηχτούν και να προστατέψουν τον εαυτό τους, ακόμα κι όταν βλέπουν έναν ελεύθερο σκοπευτή να τους σημαδεύει. Στην παράσταση βλέπαμε τον Μρουέ καθισμένο σε ένα τραπέζι να μας διηγείται την ιστορία/ιστορίες, με συνοδεία προβολών που υποστήριζαν το λόγο του, υπογραμμίζοντας τις προεκτάσεις της ιστορίας σχετικά με το βλέπειν και το βλέπεσθαι, σχετικά με την αίσθηση ισχύος που δίνει ο πόλεμος, σχετικά με το πώς συμπλέκεται το προσωπικό με το καθολικό. Στο Riding on a cloud επί σκηνής βρέθηκε και ο αδερφός του Μρουέ, ο Γιασσέρ, για να μας αφηγηθεί τη δική του ιστορία. Η ιστορία ενός πολίτη που δέχτηκε τα πυρά ελεύθερου σκοπευτή. Μία συγκινητική συνέχεια της προηγούμενης αφήγησης, με εργαλεία έγγραφα αλλά και προσωπικά αντικείμενα από τη ζωή του Γιασσέρ.

Pixilated Revolution
O Rabih Mroué στο Pixilated Revolution.

Δεν είναι τυχαία η τόσο μεγάλη αναφορά στις προηγούμενες παραστάσεις του Μρουέ, καθώς αυτό το κείμενο θέλει να αναδείξει τη συνέχεια της θεματολογίας και την εξέλιξη των μέσων αφήγησης, με την παραδοχή βέβαια των κενών που προκύπτουν από το γεγονός ότι έχω παρακολουθήσει μόνο τις παραστάσεις που παίχτηκαν στην Ελλάδα. Αυτή τη φορά, με το So little time, ο Μρουέ κινήθηκε στα όρια του είδους της lecture performance, κρατώντας ως κύριο στοιχείο την εμπλοκή του προσωπικού με το συλλογικό που είχαμε δει και το 2014. Επί σκηνής αυτή τη φορά μόνο η Λίνα Μανταλανί (μόνιμη συνεργάτης και σύντροφος του Μρουέ), για να μας αφηγηθεί την ιστορία του Ντιμπ αλ Ασμάρ, του ανθρώπου που θεωρήθηκε ο πρώτος μάρτυρας στον πόλεμο στον Λίβανο. Πρόκειται για μία ιστορία που το μόνο αληθινό στοιχείο είναι τα ιστορικά γεγονότα του πολέμου. Τα γεγονότα όμως της προσωπικής ιστορίας του ήρωα είναι πέρα για πέρα φανταστικά και ο αριστοτεχνικός τρόπος που συμπλέκεται το φανταστικό κομμάτι με το πραγματικό φαίνεται από το ότι πολλοί πιστέψαμε ή αργήσαμε πολύ να καταλάβουμε ότι η ιστορία δεν είναι αληθινή. Ο Μρουέ δήλωσε έκπληκτος που η ιστορία του So little time γίνεται πιστευτή ακόμα και από Λιβανέζους, που έχουν βιώσει τα γεγονότα και ξέρουν πολύ καλά ότι ούτε μάρτυρας Ντιμπ αλ Ασμάρ υπήρξε, ούτε το άγαλμά του, ούτε πλατεία με το όνομά του.

Η Μανταλανί ξεκινά την ιστορία ως κλασικός αφηγητής-παραμυθάς. Σε τρίτο πρόσωπο αρχίζει να μας μιλάει για τον Ντιμπ , έναν άνθρωπο που έφυγε ως πολεμιστής και το σώμα του επιστράφηκε στην οικογένειά του για να το θάψει. Κηρύχτηκε μάρτυρας, ο πρώτος του λιβανέζικου έθνους, σε κεντρική πλατεία της Βυρηττού στήθηκε ένα τεράστιο μοντέρνο άγαλμά του και η πλατεία σιγά-σιγά πήρε το όνομά του. Όμως ο Ντιμπ δεν είχε πεθάνει, επέστρεψε στη Βυρηττό έκπληκτος από την τροπή των πραγμάτων και αδυνατώντας να διαχειριστεί τη φήμη του, ως ο πρώτος πλέον παγκοσμίως ζωντανός μάρτυρας. Η σουρεαλιστική ιστορία συνεχίζεται, με τον ίδιο να αποδέχεται τελικά πλήρως τη φήμη του και τελικά όταν αρχίζει η αποκαθήλωσή του από το συλλογικό ασυνείδητο, να την υπερασπίζεται μέχρι θανάτου. Στο πρώτο μέρος της αφήγησης, παρακολουθούμε την κατασκευή ενός ήρωα και τη «χρήση» του από την κοινωνία και το κράτος. Ποια είναι η θέση του ατόμου απέναντι και μέσα σε αυτό; Ωστόσο, το εντυπωσιακό είναι το πώς συνοδεύει η Μανταλανί την αφήγηση: με μία πράξη που καμία σχέση δεν έχει με αυτήν και που αφηγείται μία εντελώς διαφορετική ιστορία. Η κατά τα άλλα παραδοσιακή τριτοπρόσωπη αφήγηση συνοδεύεται από προσωπικές φωτογραφίες της Μανταλανί (φωτογραφίες με τους φίλους της, με τον Μρουέ, φωτογραφίες από εκδρομές και πρόβες κ.α.), που η ίδια τοποθετεί μέσα σε υγρό τη μία μετά την άλλη και τις αφήνει μέχρι να αποχρωματιστούν εντελώς και να μείνουν λευκά ορθογώνια πλαίσια. Εμείς βλέπουμε τις φωτογραφίες και την αποσύνθεση του χρώματος σε γκρο πλαν, μέσω ενός προβολέα. Η παράσταση φαίνεται πως έχει δύο ήρωες, τον Ντιμπ αλ Ασμάρ και τη Μανταλανι. Πρόκειται, όχι μόνο για το σχόλιο του Μρουέ σχετικά με την θέση του καλλιτέχνη μέσα στο έργο, ότι δηλαδή η προσωπικότητα του καλλιτέχνη είναι παρούσα μέσα στο έργο (ο Στανισλάβσκι δεν έχει καμία θέση εδώ), αλλά και για ένα γενικότερο πολιτικό σχόλιο: Η προσωπική ιστορία του καθενός δεν μπορεί να μην εγγράφεται μέσα στην Ιστορία, που είναι πολύ ευρύτερη από το ατομικό.

So_little_time
Η Lina Majdalanie στην πρώτη πράξη του So little time.

Αυτό γίνεται περισσότερο κατανοητό στη συνέχεια της παράστασης. Στη δεύτερη «πράξη» η Μανταλανί φοράει ποδιά και γάντια και μαζεύει τις αποχρωματισμένες φωτογραφίες από το δοχείο μέσα στις οποίο τις τοποθετούσε. Σκουπίζει τα λευκά πλέον πλαίσια και τα κρεμάει με μανταλάκια το ένα δίπλα στο άλλο, δημιουργώντας ένα λευκό πλαίσιο. Η αφήγηση της ιστορίας δε γίνεται τώρα από την ηθοποιό, ο σκηνοθέτης διευρύνει τα όριά της αφήγησης: τώρα πλέον το κοινό διαβάζει την ιστορία, που είναι γραμμένη πάνω σε πλάκες, μέσω του ίδιου προβολέα που πριν μας έδειχνε τις φωτογραφίες της Μανταλανί. Η ιστορία του Ντιμπ αλ Ασμάρ εδώ έχει να κάνει περισσότερο με τη φάση της αποκαθήλωσής του ως ήρωα, καθώς η κοινωνία στρέφεται τώρα στην αναζήτηση νέων ηρωικών προτύπων. Ο Ντιμπ δεν μπορεί να το διαχειριστεί και καθώς η Ιστορία τον προσπερνά, αυτός καταλήγει σε διάφορες γκροτέσκο καταστάσεις, όπως το να παριστάνει ο ίδιος το άγαλμα του εαυτού του ή να στήσει δεκάδες ομοιώματα του αγάλματός του σε όλη τη Βυρηττό μέσα σε μία νύχτα. Η δεύτερη πράξη καταλήγει σε μία δεύτερη εξαφάνιση του Ντιμπ, που φαίνεται ότι δε διστάζει ακόμα και να ξαναπεθάνει, προκειμένου να υπερασπιστεί την ηρωική του υπόσταση.

Στην τρίτη πράξη το είδος της αφήγησης αλλάζει ξανά. Η Μανταλανί εξαφανίζεται πίσω από το πλαίσιο πάνω στο οποίο γίνονταν οι προβολές μέχρι πριν λίγο. Πλέον μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, έχει γίνει ο Ντιμπ αλ Ασμάρ. Βλέπουμε το πρόσωπό της/του να προβάλλεται, αυτή τη φορά πάνω στην κάτασπρη επιφάνεια που δημιούργησε πριν, κρεμώντας τις κατάλευκες φωτογραφίες τη μία δίπλα στην άλλη: η απορρόφηση του ατομικού από το συλλογικό έχει συντελεστεί. Ο Ντιμπ τώρα είναι μεγαλύτερος σε ηλικία. Έχει καταφέρει να ξεπεράσει τη μανία του για ηρωισμό, ωστόσο ένας αμερικάνος καλλιτέχνης τον πείθει να γίνει ζωντανό έκθεμα σε μουσείο. Εκεί γνωρίζει και παντρεύεται μία κοπέλα και καταλήγει μαχητής της Χεζμπολάχ. Φαίνεται πως δεν μπορεί να σταματήσει να μάχεται και αναζητεί διαρκώς νέο σκοπό. Με τη νέα οργάνωση βρίσκεται μέσα σε ένα μουσείο με πολλά αγάλματα και μένει έκθαμβος! Λόγω της αγάπης του για το μουσείο, βρίσκεται εκεί σε ώρα που δεν θα έπρεπε, σε ώρα που έχει προγραμματιστεί βομβαρδισμός κατά τη συνάντηση των επικεφαλής της οργάνωσης. Ο Ντιμπ αλ Ασμάρ κηρύσσεται και πάλι νεκρός. Κατά της γνώμη μου υπάρχει και μία τέταρτη πράξη: το χειροκρότημα. Η Μανταλανί δεν εμφανίζεται ποτέ στο χειροκρότημα, ένα επιπλέον σχόλιο για την εξαφάνιση του ήρωα, την εξαφάνιση του ατομικού μέσα στο συλλογικό, αλλά και το εφήμερο των παραστασιακών τεχνών, που εξαφανίζονται αμέσως μόλις τελειώσει η παράσταση.

so_little_time_3

Το So little time ήταν ένα ευφυέστατο σχόλιο για την κοινωνική κατασκευή των ηρώων, για την διαχείριση τέτοιων μεγεθών από το άτομο ως μονάδα, για την μεγαλομανία και την προσγείωση, για την προσωπική μας ιστορία μέσα στην Ιστορία. Αυτά σε επίπεδο περιεχομένου. Σε επίπεδο φόρμας ήταν ένα σχόλιο για τις διάφορες μορφές αφήγησης, για τη στάση του καλλιτέχνη απέναντι στο έργο του, για τα καλλιτεχνικά μέσα, που στην περίπτωση του Μρουέ μοιάζουν ανεξάντλητα ή μάλλον ανανεωνόμενα με ανεξάντλητο τρόπο. Φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάμε το γενικότερο σχόλιο, το πώς στέκεται ο άνθρωπος απέναντι στην Τέχνη. Γιατί αυτό δεν αφορά μόνο την παράλληλη αφήγηση του Μρουέ και της Μανταλανί, όταν χρησιμοποιούν τις φωτογραφίες από την προσωπική τους ζωή ή όταν η ηθοποιός εξαφανίζεται σταδιακά από το κοινό για να δώσει έμφαση στο περιεχόμενο. Ο άλλος ήρωας της παράστασης, ο φανταστικός Ντιμπ αλ Ασμάρ, είναι ένας άνθρωπος που στέκεται εκστατικός απέναντι στο άγαλμά του. Υπάρχει μία ολόκληρη συζήτηση για τη δημόσια τέχνη, το πώς χρησιμοποιείται για να υποστηρίξει τους συλλογικούς μύθους και το πόση δύναμη μπορεί τελικά να έχει: Ο Ντιμπ σε κάποιο σημείο της ιστορίας επιτίθεται για να γκρεμίσει το άγαλμα ενός αντίπαλου ήρωα, γιατί βλέπει πως αρέσει περισσότερο στους συμπολίτες του.

Το δυνατό σημείο της παράστασης δεν είναι μόνο το ότι είναι φοβερά πολυεπίπεδη και ότι μπορεί να είναι αφορμή για πολλαπλές συζητήσεις. Το δυνατό της σημείο είναι ότι παραμένει καταπληκτικά απλή, πανέμορφα «εύκολη» και ευχάριστη. Με διαυγή νοήματα που εκτίθενται ολοφάνερα στον θεατή. Κι αυτό δεν συναντάται πολύ συχνά σε εποχές πνευματικής σύγχυσης. Ο Μρουέ μέσω του So little time καταφέρνει να μιλήσει ταυτόχρονα για ζητήματα τέχνης και Ιστορίας, έχοντας μία πρωτόγνωρη δύναμη στον καλλιτεχνικό του λόγο, που παραμένει πάντα απολαυστικός και κατ’ ουσίαν πολιτικός.

Σημειώσεις:
Στην παράσταση Photoromance που παρουσιάστηκε στην Αβινιόν το 2009, κεντρικό ρόλο στην αφήγηση είχε και πάλι η προβολή φωτογραφιών. Με αφορμή την ταινία του Έττορε Σκόλα «Μια ξεχωριστή μέρα», ο Μρουέ και η Μανταλανί έκαναν ένα σχόλιο πάνω στην λιβανέζικη πραγματικότητα και ταυτόχρονα πάνω στην φύση του θεάτρου. Στην παράστσαση 33 tours et quelques secondes, που παρουσίασαν στην Αβινιόν το 2012, στο κέντρο βρισκόταν και πάλι η ζωή στον Λίβανο, αυτή τη φορά ιδωμένη μέσα από την ιστορία της αυτοκτονίας ενός νέου ανθρώπου. Στην παράσταση αυτή ο Μρουέ έφτασε στα όρια της αφήγησης, καθώς επί σκηνής δε βρισκόταν κανένας ηθοποιός. Με την απουσία οποιουδήποτε ηθοποιού, ο Μρουέ κατάργησε μία από τις πιο θεμελιώδεις αρχές του θεάτρου.

Το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου στο Studio Μαυρομιχάλη-Σειρά συζητήσεων

Το Κιβώτιο (1974) είναι το μοναδικό μυθιστόρημα του Άρη Αλεξάνδρου και έχει χαρακτηριστεί ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της Νεοελληνικής λογοτεχνίας. Στο θέατρο ανεβαίνει φέτος για πρώτη φορά, από τις 4 Δεκεμβρίου 2015, στο Studio Μαυρομιχάλη, σε μορφή θεατρικού μονολόγου, σε σκηνοθεσία Φώτη Μακρή και Κλεοπάτρας Τολόγκου, με τον Φώτη Μακρή στον ρόλο του αφηγητή.

Kivotio1Το έργο
Στα τέλη του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, μια ομάδα ανταρτών αναλαμβάνει μετά από σχετική εντολή του Γενικού Αρχηγείου να μεταφέρει, περνώντας μέσα από εχθρικό έδαφος, ένα κιβώτιο αγνώστου περιεχομένου, με παραλήπτες τη διοίκηση μιας ανταρτοκρατούμενης πόλης. Στη διάρκεια της αποστολής η ομάδα αρχίζει να χάνει τα μέλη της σταδιακά μέχρι που τελικά σώζεται ένας μόνο αντάρτης, ο οποίος τελικά κατορθώνει να παραδώσει το κιβώτιο. Όταν όμως φτάνει στον προορισμό του, διαπιστώνεται πως είναι άδειο και ο αντάρτης φυλακίζεται από τους άλλους συντρόφους του ως δολιοφθορέας.

Σε μια συγκλονιστική προσπάθεια να αποδείξει την αθωότητά του, αρχίζει να συντάσσει αναφορές στον ανακριτή, όπου δεν διστάζει να εξηγεί και να ερμηνεύει, το νόημα της παράδοξης αποστολής τους. Αυτές οι αναφορές, αποτελούν το μυθιστόρημα του Αλεξάνδρου. Ο συντάκτης των αναφορών δεν γνωρίζει τίποτα για την ταυτότητα του ανακριτή ούτε για τους δεσμώτες του, ούτε αν ο ανακριτής διαβάζει τα όσα του γράφει. Το μυθιστόρημα ερμηνεύθηκε από αλληγορία για τον εμφύλιο και ως καταγγελία των κάθε είδους εξουσιών και ιερατείων αλλά και ως ένα σχόλιο στον δυτικό πολιτισμό.

Σειρά συζητήσεων με αφορμή το Κιβώτιο
Εμφύλιος, Επανάσταση, προσδοκία, διάψευση, προδοσία. Με άξονα τα θέματα που αναπτύσσονται στο μυθιστόρημα του Άρη Αλεξάνδρου, ο Θεατρικός Οργανισμός “Νέος Λόγος”, το Studio Μαυρομιχάλη και ομάδα θεατρολόγων, διοργανώνουν σειρά συζητήσεων, που θα ακολουθούν κάθε παράσταση του Κιβωτίου.

Κάθε Παρασκευή, μετά το πέρας της παράστασης, στο Studio Μαυρομιχάλη θα βρίσκεται  μια προσωπικότητα από διαφορετικό κάθε φορά χώρο της δημόσιας ζωής, όπως την πολιτική, τις τέχνες, τη δημοσιογραφία, τις επιστήμες. Με βάση την εισήγηση του εκάστοτε καλεσμένου, θα ακολουθεί συζήτηση με την συμμετοχή του κοινού. Σκοπός αυτών των συζητήσεων είναι η προσέγγιση του έργου από λογοτεχνική και ιστορική σκοπιά, η ανάλυση των πολιτικών του προεκτάσεων και ο συσχετισμός των θεμάτων που θίγει, με την σύγχρονη Ελληνική πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα. Η είσοδος στη συζήτηση θα είναι δωρεάν για το κοινό που θέλει να την παρακολουθήσει.

Η έναρξη των συζητήσεων έγινε την Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2015, με καλεσμένο στο Studio Μαυρομιχάλη, τον συγγραφέα και κριτικό θεάτρου, πρόεδρο της Επιτροπής Θεάτρου και Χορού, Λέανδρο Πολενάκη. Στην δεύτερη συζήτηση, στις 18 Δεκεμβρίου, καλεσμένος ήταν ο συγγραφέας και δημοσιογράφος, Περικλής Κοροβέσης.

Στην τρίτη συζήτηση, την Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου, εισηγητής θα είναι ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Δημήτρης Φύσσας. Τη συζήτηση θα συντονίσει η θεατρολόγος Μάρθα Κοσκινά.

Το πρόγραμμα των καλεσμένων για τον μήνα Ιανουάριο θα ανακοινωθεί σύντομα.

Kivotio2Συντελεστές:
Δραματουργική επεξεργασία – Σκηνοθεσία : Φώτης Μακρής, Κλεοπάτρα Τολόγκου
Σκηνογραφία : Διονύσης Μανουσάκης
Μουσική : Γιώργος Νινιός

Παίζει ο Φώτης Μακρής

Ομάδα θεατρολόγων : Μελίνα Πλαστή, Εύη Κουκοράβα, Μάρθα Κοσκινά.

Blog παράστασης: http://kivotio.tumblr.com/

Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Κάθε Παρασκευή  στις 21.00

Τιμές εισιτηρίων: Κανονικό 10 ευρώ, φοιτητικό, κάτω των 25 ετών και άνω των 65 ετών 8 ευρώ, άνεργοι, ατέλειες : 5 ευρώ

Διάρκεια: 80 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)

Studio Μαυρομιχάλη, Μαυρομιχάλη 134, Νεάπολη Εξαρχείων, τηλ. 2106453330

Θέατρο του Καταπιεσμένου: Το θέατρο ως κοινωνικό εργαλείο

Το Θέατρο του Καταπιεσμένου ακούγεται περίεργα. Δεν κάνει σαφή τον χαρακτήρα και τις προθέσεις του από την αρχή. Ο θεατής που θα επιλέξει να δει πρώτη φορά παράσταση του είδους, μπορεί και να σοκαριστεί από το πόσο ενάντια στις ισχύουσες θεατρικές συμβάσεις είναι. Κι όμως, το Θέατρο του Καταπιεσμένου (Θ.τ.Κ. εφ’ εξής) γνωρίζει τεράστια ανάπτυξη στις μέρες μας τόσο στο εξωτερικό, όσο και στη χώρα μας. Κατ’ ουσίαν κοινωνικό και παρεμβατικό θέατρο, η εξάπλωσή του δείχνει πόσο ανάγκη έχει το κοινό να συζητήσει, να ερευνήσει, να βρει λύσεις στα προβλήματα που το απασχολούν. Πώς μπορεί να περιγράψει κανείς το Θ.τ.Κ. για να γίνουν όλα αυτά πιο κατανοητά;  Ίσως μέσω των διαφορών από το «κανονικό» θέατρο.

Στο Θ.τ.Κ. δεν παίζουν επαγγελματίες ηθοποιοί. Ο θίασος αποτελείται από μία ομάδα απλών ανθρώπων, που τους απασχολεί ένα κοινωνικό ζήτημα, έχουν υποστεί λόγω αυτού κάποια καταπίεση και αναζητούν λύση. Το Θ.τ.Κ δε στηρίζεται στο ταλέντο, αλλά στην εγγενή θεατρικότητα του καθενός. Το κείμενο της παράστασης δημιουργείται από τα μέλη της ομάδας και βασίζεται στα βιώματά τους, έτσι ώστε να εκφράζει καλύτερα το πρόβλημα. Η παράσταση, που εμψυχώνεται από έναν επί σκηνής σκηνοθέτη, τον Τζόκερ όπως ονομάζεται, δεν παίζεται σε θεατρικούς χώρους (όχι ότι αυτοί αποκλείονται) και μπορεί να μεταφερθεί παντού, από δρόμους και πλατείες, μέχρι σπίτια. Μπορεί να μην υπάρχουν σκηνικά, παρά μόνο στοιχειώδη σκηνικά αντικείμενα και υποτυπώδη κοστούμια. Και η ιστορία τους έχει πάντα κάποιους βασικούς ήρωες: τον Καταπιεστή, αυτόν δηλαδή που ασκεί την βία/εξουσία, το Θύμα που την υφίσταται και τον Καταπιεσμένο, ο οποίος αναγνωρίζει το πρόβλημα και θέλει να αντιδράσει, αλλά δεν ξέρει πώς. Η ομάδα Θ.τ.Κ. ουσιαστικά παρουσιάζει στο κοινό της το άλυτο πρόβλημα και το καλεί να βρουν μαζί  λύσεις. Και η διαδικασία είναι απλή: η παράσταση παίζεται δύο φορές. Τη μία φορά ολόκληρη, μέχρι το σημείο του αδιεξόδου, όταν η εύρεση λύσης είναι επιτακτική. Τη δεύτερη φορά που παίζεται, οποιοσδήποτε από το κοινό μπορεί να σηκώσει το χέρι του, να φωνάξει «στοπ» και να αντικαταστήσει στη σκηνή τους χαρακτήρες, έτσι ώστε πρακτικά να δοκιμάσει τη λύση που έχει στο μυαλό του. Είναι σαν να μπορεί ο καθένας να «προβάρει» τις ιδέες του, πριν τις εφαρμόσει. Η παράσταση του Θ.τ.Κ. μπορεί να κρατήσει πολλές ώρες, κάποιες φορές και μέρες, μέχρι οι συμμετέχοντες, ηθοποιοί και κοινό, να καταλήξουν στην καλύτερη λύση.

Μάθημα του Θεάτρου του Καταπιεσμένου στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών στο Ναύπλιο
Μάθημα του Θεάτρου του Καταπιεσμένου στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών στο Ναύπλιο

«Ο στόχος του Θ.τ.Κ. είναι κοινωνικός, όχι καλλιτεχνικός», λέει η Χριστίνα Ζώνιου, που διδάσκει Θ.τ.Κ. στα πλαίσια του μαθήματος της υποκριτικής, στο τμήμα Θεατρικών Σπουδών στο Ναύπλιο. «Το θέατρο αυτό απευθύνεται στους πάντες. Σκοπός είναι το κοινό να δοκιμάσει πολλές λύσεις, που ο καθένας μόνος του δε θα μπορούσε να σκεφτεί. Στην πραγματική ζωή, μπορεί ο καθένας να έχει σκεφτεί μόνο μία λύση ή να έχει αποτύχει να λύσει το πρόβλημά του». Και το κοινό ανταποκρίνεται στο κάλεσμα να ανέβει στη σκηνή; Η Χ. Ζώνιου μας πληροφορεί πως ίσως ένας-δύο πρώτοι θεατές να είναι πιο διστακτικοί, όμως μετά δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Όσο για ζητήματα τεχνικής, οι ηθοποιοί πρέπει να είναι έτοιμοι για τις αντικαταστάσεις που θα επακολουθήσουν από το κοινό και χρειάζεται τέτοια προετοιμασία, που πλέον το Θ.τ.Κ. είναι μάθημα σε σχολές υποκριτικής στο εξωτερικό. «Το Θ.τ.Κ. θεωρείται η τέλεια ένωση Μπρεχτ και Στανισλάβσκι», μας λέει η Χ.Ζώνιου.

Augusto Boal, ο εμπνευστής του Θεάτρου του Καταπιεσμένου
Augusto Boal, ο εμπνευστής του Θεάτρου του Καταπιεσμένου

Το Θ.τ.Κ. έχει πίσω του πολύ μεγαλύτερη ιστορία απ’ ό,τι φανταζόμαστε και ιδιαίτερα μεγάλο θεωρητικό υπόβαθρο. Ο εμπνευστής του είδους, ο Augusto Boal (1931-2009), ξεκίνησε τη δεκαετία του 1960 να περιοδεύει με τον θίασό του στη χώρα του τη Βραζιλία, αρχικά παρουσιάζοντας «κανονικές» παραστάσεις. Κάποια στιγμή, περιοδεύοντας στις επαρχίες όπου οι θεατές υφίσταντο μεγάλη καταπίεση από τους φεουδάρχες και το καθεστώς, κατάλαβαν πως καλό θα ήταν τα έργα που θα ανεβάζουν να προέρχονται από τη ζωή των θεατών τους. Φυσικά τότε, οι καταπιεστές ήταν πολύ πιο εμφανείς, ήταν οι φεουδάρχες, ο δικτάτορας, ο ιερέας και όλο το σκληρό κατεστημένο. Στις παραστάσεις που έδιναν στους αγρότες γεννήθηκε η ιδέα του θεάτρου που δεν προσφέρει έτοιμες λύσεις. Ο Boal αποφάσισε να δείχνει την παράσταση μέχρι το σημείο του προβλήματος, μέχρι τη στιγμή που να μπορεί να κινητοποιήσει, χωρίς όμως να λέει στους χωρικούς τι να κάνουν. Ο Boal ήθελε να κάνει το κοινό τους να αναγνωρίσει τις αρχές της καταπίεσης, προσφέροντας έναν καθρέφτη στην κοινωνία. Σιγά-σιγά έφτασε και μέχρι την ιδέα να σηκώνεται το κοινό και να αντικαθιστά του ήρωες, ώστε να δοκιμάζει λύσεις. Έτσι, χρησιμοποιώντας διάφορες τεχνικές από πολλά είδη θεάτρου (γνωστό και ως δέντρο του Θ.τ.Κ.), κατάφερε να αναπτύξει αυτό το νέο είδος, που το 1973 ονόμασε Θέατρο του Καταπιεσμένου, με σκοπό την ενδυνάμωση των θεατών έναντι όσων τους ταλαιπωρούν και όσων θέλουν να αλλάξουν. Από τότε, το Θ.τ.Κ. έχει διαδοθεί σε όλο τον κόσμο, έχει ενσωματωθεί στις θεατρικές παραδόσεις των χωρών που παίζεται και εξαπλώνεται ολοένα και περισσότερο.

Θέατρο του Καταπιεσμένου στους δρόμους του Νεπάλ
Θέατρο του Καταπιεσμένου στους δρόμους του Νεπάλ

Στην εποχή μας, εποχή έντονης κρίσης σε πολιτισμικό και κοινωνικό επίπεδο, το Θ.τ.Κ. αγκαλιάζει τον ακτιβισμό και γίνεται ουσιαστικό εργαλείο παρέμβασης. Η συμμετοχή των ανθρώπων στις παραστάσεις είναι μεγάλη, καθώς έχουν την ασφάλεια να δράσουν ή όπως λέει ο Boal «να κάνουν πρόβα». Η πιο γνωστή ομάδα Θ.τ.Κ. στην Ελλάδα είναι η Ακτιβιστική Ομάδα του Θεάτρου του Καταπισμένου, που ξεκίνησε απ’ του κόλπους της Διεθνούς Αμνηστίας και που φέτος συμπληρώνει 4 χρόνια ζωής. Οι δύο παραστάσεις που έχει παρουσιάσει ως τώρα, με τίτλο Μικρές Σκηνές Καθημερινής Βίας Ι και Μικρές Σκηνές Καθημερινής Βίας ΙΙ, έχουν παρουσιαστεί σε φεστιβάλ, σχολεία, κέντρα απεξάρτησης, κατασκηνώσεις, πολιτιστικά κέντρα, καταλήψεις και θέατρα. Έχουν γίνει προτάσεις κι έχουν προκύψει πραγματικές λύσεις για προβλήματα όπως η αδυναμία απόκτησης ιθαγένειας για τα παιδιά των μεταναστών στην Ελλάδα, ο ρατσισμός και η βία από τους οπαδούς της Χρυσής Αυγής. Τον Σεπτέμβριο του 2013, στην Αγία Άννα Ευβοίας, έγινε η πρώτη θεατρική κατασκήνωση Θ.τ.Κ., στην οποία συμμετείχαν όλες οι ελληνικές ομάδες του Θ.τ.Κ, από Αθήνα, Πάτρα, Ναύπλιο και Τρίκαλα, διοργάνωση που δείχνει την εξάπλωση του είδους στη χώρα μας και τη δημοφιλία του. Όσοι επιθυμούν να ακολουθήσουν τη δράση της ομάδας και να παρακολουθήσουν από κοντά παράσταση μπορούν να ενημερώνονται από την ιστοσελίδα του Θ.τ.Κ. στην Ελλάδα (http://theatreoftheoppressedgreece.wordpress.com).

Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά τον Φεβρουάριο του 2014 στην εβδομαδιαία εφημερίδα Σύγχρονη Έκφραση.

 

 

Θεατρικό μουσείο – Ξεχνώντας το ελληνικό θέατρο

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 1 της εβδομαδιαίας εφημερίδας Σύγχρονη Έκφραση (21/12/2013)

Ξεχνώντας το ελληνικό θέατρο
Tο κλείσιμο του Κέντρου Μελέτης και Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου ή όπως το λένε οι περισσότεροι απλά του Θεατρικού Μουσείου, είναι ένα θέμα που απασχόλησε για ένα μικρό χρονικό διάστημα τον ελληνικό τύπο -κυρίως τον έντυπο- και μετά απλά ξεχάστηκε. Το Μουσείο αδυνατεί να λειτουργήσει εξαιτίας της παύσης της χρηματοδότησής του από το Υπουργείο Πολιτισμού και την τελευταία τριετία υπολειτουργεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καθίσταται αδύνατη η έρευνα. Τι γίνεται με τη συλλογή των δεδομένων τώρα που το Μουσείο δε λειτουργεί, αλλά και συντήρηση του σπανιότατου και μοναδικού αρχείου του; Πώς μπορεί κάποιος φοιτητής από τα τέσσερα τμήματα θεατρολογίας της Ελλάδας ή οποιοσδήποτε ερευνητής να εκπονήσει την έρευνά του και να τεκμηριώσει τα δεδομένα του; Το κενό που αφήνει πίσω του το κλείσιμο του Κέντρου Μελέτης και Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου είναι πραγματικά δυσαναπλήρωτο και επηρεάζει καθοριστικά την επιστημονική μελέτη και παραγωγή επιστημονικού λόγου στην Ελλάδα.

1419957_10151997541563934_1814794465_nΜια μικρή αναδρομή
Το Θεατρικό Μουσείο είναι φορέας με μακρά ιστορία. Ιδρύθηκε το 1938 από την Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων και από τότε δεν σταμάτησε να πλουτίζει το αρχείο και τις συλλογές του. Στους χώρους του, στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων στην οδό Ακαδημίας 50,  εκτίθονταν κοστούμια, μακέτες και θεατρικά αντικείμενα. Σημαντικότατο όμως ήταν και το αρχείο του Κέντρου Μελέτης και Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου: θεατρικά προγράμματα, αποκόμματα δημοσιευμάτων, φωτογραφικό υλικό, βιντεοσκοπημένες παραστάσεις , ενημερωμένη βιβλιογραφία θεατρικών έργων και θεατρολογικών μελετών. Εκεί μπορούσε ο ερευνητής να χρησιμοποιήσει τη βάση δεδομένων για να έχει στοχευμένα αποτελέσματα στην έρευνά του και να βρει σπάνιο υλικό τεκμηρίωσης. Γενιές θεατρολόγων, θεατρόφιλων και συγγραφέων πέρασαν ώρες και μέρες ερευνώντας το θεατρικό παρελθόν, τόσο στο Θεατρικό Μουσείο στην οδό Ακαδημίας και στη Θεατρική Βιβλιοθήκη που είχε μεταφερθεί στην οδό Καραμανλάκη στα Πατήσια, λόγω έλλειψης χώρου.

Είχε αρχίσει να γίνεται λόγος για τις δυσκολίες της συντήρησης του Μουσείου αρκετό καιρό πριν από το κλείσιμό του. Μάλιστα το 2010 ο τότε δήμαρχος Νικήτας Κακλαμάνης είχε υποσχεθεί πως θα παρέχει στο Μουσείο έναν νέο χώρο στέγασης στην οδό Μητροπόλεως, που θα μείωνε αρκετά το κόστος λειτουργίας του, αλλά και τα προβλήματα που προέκυπταν στην συντήρηση του υλικού εξαιτίας του εντελώς ακατάλληλου περιβάλλοντος (η υγρασία δημιουργούσε τεράστια φθορά). Το σχέδιο αυτό δεν πραγματοποιήθηκε και αργότερα, την άνοιξη του 2011, έγινε λόγος για μεταστέγασή του στο Πάρκο Ελευθερίας. Ταυτόχρονα, και προκειμένου να πραγματοποιηθεί αυτό, γινόταν προσπάθεια να βρεθεί λύση για την κάλυψη των χρεών του Μουσείου, μέσω τροποποιήσεων στη νομική μορφή του και επιχορηγήσεων που δε δόθηκαν ποτέ. Οι υπάλληλοι του Μουσείου προχώρησαν σε επίσχεση εργασίας, συλλέχθηκαν υπογραφές για να αποφευχθεί το χειρότερο, γράφτηκαν άρθρα κι όμως τίποτα δεν έγινε. Στις αρχές του 2013 το Μουσείο μπήκε σε ειδικό κωδικό του Υπουργείου, για επιδότηση ύψους 254.000 ευρώ για το τρέχον έτος. Παράλληλα, το προσωπικό του μουσείου μειώθηκε στο μισό, λόγω αποχωρήσεων και συνταξιοδοτήσεων και οι εναπομείναντες υπάλληλοι σχεδίασαν τη λειτουργία του μουσείου ώστε να καλύπτεται από το ποσό της επιδότησης. Γι αυτό το λόγο μάλιστα, αποφάσισαν να μειώσουν τους μισθούς τους στο μισό, προκειμένου να είναι βιώσιμη η λύση. Παρ’ όλα αυτά, τα μόνα χρήματα που έχουν δοθεί από το Υπουργείο είναι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του 2011 και οι υπάλληλοι συνεχίζουν απλήρωτοι από τις αρχές του 2012. Το μεγαλύτερο ζήτημα όμως, αυτό που φρενάρει τις διαδικασίες, είναι οι οφειλές προς το ΙΚΑ, θέμα για το οποίο ο πρόεδρος Κώστας Γεωργουσόπουλος βρίσκεται συχνά στα δικαστήρια.  Η ενημέρωση του υλικού έχει σταματήσει, δεν συλλέγονται πια κριτικές και προγράμματα και δεν γίνονται μαγνητοσκοπήσεις παραστάσεων. Φυσικά δεν ενημερώνεται και η βάση καταγραφής παραστάσεων.

Ένας ερευνητής που θέλει να χρησιμοποιήσει το αρχείο του Θεατρικού Μουσείου θα πρέπει να βρει τηλεφωνικώς τους εργαζόμενους, να έρθει σε επαφή μαζί τους ζητώντας πολύ συγκεκριμένα στοιχεία, ώστε να κλείσει ραντεβού και να εξυπηρετηθεί σε συγκεκριμένες ώρες. Η ιστοσελίδα του Μουσείου, όπου επίσης κάποιος εύρισκε υλικό, δε λειτουργεί. Με λίγα λόγια δεν μπορεί κάποιος να αφιερώσει τον χρόνο που χρειάζεται για την έρευνά του και άρα αυτή η έρευνα δεν μπορεί να έχει μεγάλο εύρος. Ο ερευνητής θα πρέπει να καταφεύγει σε πλάγιες οδούς, που δεν μπορούν να του διασφαλίσουν πληρότητα. Η θεατρική βιβλιοθήκη είναι επίσης κλειστή και ανοίγει μόνο αν κάποιος ζητήσει κάτι συγκεκριμένο και φυσικά δε λειτουργεί καθόλου ο εκθεσιακός χώρος του Μουσείου.

Οι ερευνητές
Η Αγαθή Τέλη είναι μία περίπτωση ερευνήτριας που στάθηκε τυχερή της και κατάφερε να ολοκληρώσει την έρευνά της, παρά τις αντίξοες συνθήκες. Εκπονώντας την διπλωματική της εργασία για το μεταπτυχιακό πρόγραμμα του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, ήρθε στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 2011 για να βρει αποκόμματα τύπου και θεατρικά προγράμματα. Το προσωπικό του Μουσείου είχε ήδη προχωρήσει σε επίσχεση εργασίας, παρόλα αυτά, έχοντας επίγνωση των προβλημάτων που δημιουργούνται, την εξυπηρέτησε κανονικά. «Ήταν πολύ ευγενικοί και προσπαθούσαν να βοηθήσουν με κάθε τρόπο ώστε να μην χρειαστεί να ξανακατέβω στην Αθήνα. Αν δεν ήταν αυτοί δεν θα μπορούσα να τελειώσω την έρευνα», λέει η Αγαθή.

1468335_10151997541568934_349606824_oΗ Ιωάννα Αλεξανδρή, διδακτορική φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, έχει συναντήσει πολλές δυσκολίες στην έρευνά της. Το θέμα της έχει να κάνει με την «όψη» του θεάτρου και θα χρειαστεί αναπόφευκτα βιντεοσκοπημένες παραστάσεις και φωτογραφικό υλικό. «Το γεγονός ότι δε λειτουργεί το Θεατρικό Μουσείο θα με αναγκάσει στην αναζήτηση αυτών των παραστάσεων μέσω άλλων οδών (από θέατρα, συντελεστές κλπ), κάτι που είναι οπωσδήποτε χρονοβόρο και δυσλειτουργικό», λέει η Ιωάννα, ενώ όσον αφορά την εύρεση θεατρικών έργων, γνωρίζει πως υπάρχουν κάποια που δε θα βρει ποτέ, καθότι είναι ανέκδοτα και υπάρχουν μόνο στη Θεατρική Βιβλιοθήκη.  «Αυτός είναι ένας λόγος που με προσανατολίζει στο να τροποποιήσω το θέμα της διατριβής μου».

Η Τώνια Καράογλου είχε αναλάβει να δημιουργήσει για το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας μία βάση δεδομένων με φωτογραφίες, αποκόμματα και πληροφορίες που αφορούν την πρακτική του θεάτρου και την «όψη» της παράστασης, με σκοπό τoν εμπλουτισμό της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στο σχολείο πέραν της θεωρητικής διδασκαλίας τους ως κείμενο. Για όσο καιρό λειτουργούσε το Θεατρικό Μουσείο ήταν η κύρια πηγή της, μετά όμως η έρευνά της άρχισε να συναντά σημαντικές δυσκολίες. «Κατά πρώτον, όσον αφορά τα δημοσιεύματα, έπρεπε πια να καταφύγω σε άλλες βιβλιοθήκες, όπως αυτή της Βουλής, όπου αναγκαστικά διέτρεχα ολόκληρες τις εφημερίδες προκειμένου να βρω άρθρα του ενδιαφέροντός μου, αφού δεν υπήρχε πια η δυνατότητα να καταφύγω κάπου όπου θα φυλάσσονταν μονάχα τα θεατρικά δημοσιεύματα. Επιπλέον, προγράμματα και φωτογραφίες έμειναν πια απροσπέλαστα για μένα, και έπρεπε να τα αναζητώ με άλλους τρόπους (προσωπικά αρχεία, επαφές με καλλιτέχνες, ίντερνετ) ή απλώς να τα… ξεχάσω. Μέχρι αρκετά πρόσφατα, η ιστοσελίδα του Μουσείου μού προσέφερε λύσεις, καθώς ένα -πολύ μικρό, δυστυχώς- μέρος του φωτογραφικού και λοιπού αρχείου του ήταν διαθέσιμο σε ψηφιακή μορφή. Δυστυχώς, η ιστοσελίδα δεν λειτουργεί πια, οπότε πάει και αυτή η λύση…».

Και τώρα τι;
«Κάθε είκοσι ημέρες είμαι στα δικαστήρια για την εκδίκαση των χρεών. Οι δικαστές πλέον γελάνε», λέει ο Πρόεδρος του Θεατρικού Μουσείου Κώστας Γεωργουσόπουλος. «Η δίκη πάει από αναβολή σε αναβολή και εν τω μεταξύ το ποσό του χρέους αυξάνεται». Παρά τις επίμονες πιέσεις και τα συνεχή τηλεφωνήματα στο Υπουργείο Πολιτισμού, δεν είχε οριστεί κανένα ραντεβού με την ηγεσία του μέχρι πρόσφατα. Το πρόσφατο ραντεβού δε, που είχε οριστεί για την Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013, ακυρώθηκε λίγο πριν την ώρα συνάντησης.

Τα ζητήματα που προκύπτουν είναι πολλά. Πρωτίστως, το γεγονός πως η πολιτεία δεν δίνει μία λύση για τη λειτουργία του επίσημου κέντρου μελέτης και έρευνας του θεάτρου, απαξιώνοντας την ιστορία του, την έρευνα ετών και την ανάγκη των ερευνητών. Επίσης, τι μπορεί να γίνει τώρα που η έρευνα έχει σταματήσει τα τελευταία χρόνια; Πώς θα καλυφθεί το κενό στην πληροφορία; Πότε θα μπορέσει το Μουσείο να λειτουργήσει ξανά όπως πριν; Η δυσλειτουργία του Μουσείου και η συμπεριφορά της πολιτείας είναι ενδεικτική για την γενικότερη πολιτική απέναντι σε ό,τι σήμερα θεωρείται «δευτερεύουσας ανάγκης» μέσα στην κρίση: αδιαφορία, απαξίωση και τελικά καταστροφή. Ας ελπίσουμε να μπορέσει στη συγκεκριμένη περίπτωση να διασωθεί με κάποιον τρόπο ο μοναδικός φορέας διαφύλαξης της ιστορίας του ελληνικού θεάτρου.

Τραγωδία

Από τις καλοκαιρινές παραγωγές του 2013 έχω καταφέρει μέχρι στιγμής να δω δύο τραγωδίες. Στη μία κατέφθασα με πολύ λίγες προσδοκίες και στην άλλη με αρκετές προσδοκίες. Στην πρώτη περίπτωση, που αφορούσε τη «Μήδεια» σε σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου θα έλεγα πως «έπεσα μέσα», στη δεύτερη, που αφορούσε τις «Τρωάδες» του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας θα έλεγα ότι δυστυχώς διαψεύστηκα. Και στις δύο περιπτώσεις, η παραγωγή παρουσιάστηκε με ένα ξεχωριστό στοιχείο που διαφημίστηκε δεόντως.

midia_sliderΣτη «Μήδεια», παράσταση με την οποία επέστρεψε ο Σπύρος Ευαγγελάτος στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, τα στοιχεία αυτά ήταν «μορφολογικά», όπως ανέφερε ο ίδιος, δηλαδή πρώτον το ότι όλοι οι ρόλοι ερμηνεύονταν από άντρες, με τον Γιώργο Κιμούλη επικεφαλής στο ρόλο της Μήδειας, και δεύτερον το γεγονός πως όλοι έπαιζαν με μάσκες. Η σκηνοθεσία, πέραν των δύο παραπάνω στοιχείων που δεν δικαιολόγησαν στο ελάχιστο την ύπαρξή της επί σκηνής,  δεν είχε καμία απολύτως πρόταση, ούτε όσον αφορά την προσέγγιση του έτσι κι αλλιώς πετσοκομμένου κειμένου, ούτε όσον αφορά τις ερμηνείες. Οι ηθοποιοί της παράστασης μάλλον αφέθηκαν να ενεργήσουν κατά βούληση, με πιο ενοχλητικές παρουσίες αυτές του Τάσου Νούσια και κυρίως αυτή του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου, τόσο κινησιολογικά και φωνητικά, όσο και εν γένει ερμηνευτικά. Ο πρωταγωνιστής της παράστασης, Γιώργος Κιμούλης, παρότι διατηρεί για πολλούς το χάρισμα να καθηλώνει με το υποκριτικό του βάρος, φάνηκε διεκπεραιωτικός. Ο χορός, πλήρως αντρικός και αυτός, ήταν σίγουρα η πιο αξιοπρεπής παρουσία της παράστασης. Μέσα στο μικρό δημοτικό θέατρο της Ηλιούπολης, βέβαια, η παράσταση φαινόταν να ασφυκτιά, τα χρωματιστά κοστούμια του Γιώργου Πάτσα φαίνονταν παράταιρα, πολύ περισσότερο δε το σκηνικό, μια μεγέθυνση φωτογραφίας ενός αγάλματος που παριστάνει ένα παιδί, η μόνη αναφορά σε παιδί στην παράσταση (τα μέρη που εμφανίζονται τα παιδιά έχουν αφαιρεθεί). Εν κατακλείδι, καμία ουσιαστική πρόταση από την παράσταση που θα μπορούσε να έχει παρουσιαστεί αρκετά χρόνια πριν, ελάχιστο το ενδιαφέρον για το βλέμμα του θεατή, παρά τους αξιόλογους συντελεστές της.

Δεύτερη παράσταση αξιώσεων, αυτή των «Τρωάδων» από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας. Όχι μόνο για τη σκηνοθεσία του νέου τιμονιέρη του Οργανισμού, Θοδωρή Αμπαζή, που έχει φέρει νέο αέρα σε ολόκληρη την πόλη, μεταμορφώνοντας το Θέατρο σε έναν δραστήριο οργανισμό που διεκδικεί να έχει κύριο λόγο στην πατρινή πραγματικότητα. Προσωπικά ήταν η δεύτερη φορά που ταξίδεψα στην Πάτρα, μόνο και μόνο για να δω παράσταση του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., γιατί θεώρησα πως επρόκειτο για ένα ξεχωριστό γεγονός (η πρώτη φορά ήταν τα Χριστούγεννα, για τον «Πλούτο» σε σκηνοθεσία του Τσέζαρις Γκραουζίνις και για τη συζήτηση με τους συντελεστές που ακολούθησε). Αυτή τη φορά, η παράσταση των «Τρωάδων» στα ερείπια του Κάστρου της Πάτρας, που λειτούργησαν σαν φυσικό σκηνικό, ήταν αρκετή ως αφορμή για το ταξίδι, αφού θα παιχτεί εκεί μόνο για λίγες παραστάσεις κι έπειτα θα περιοδεύσει στην Ελλάδα, περνώντας και από την Επίδαυρο (στις 23 και 24 Αυγούστου).

troades-7_600x315

Με εξαίρεση το εκπληκτικό backround του κάστρου της Πάτρας, οι «Τρωάδες» ήταν μία απογοήτευση. Επί σκηνής βρισκόταν, εκτός από τους ηθοποιούς και η Ορχήστρα Νυκτών Εγχόρδων της Πάτρας, με αποτέλεσμα να υπάρχουν ταυτόχρονα εντός οπτικού πεδίου περίπου 40 άτομα καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης. Κανένα υλικό της παράστασης όμως δεν έδεσε, οδηγώντας έτσι σε ένα απογοητευτικό και αρκετές φορές ενοχλητικό αποτέλεσμα. Κάτι που δε διαφαινόταν από την αρχή, καθότι η παράσταση ξεκίνησε με μία υπέροχη σκηνή, όπου η Αθηνά-Κόρα Καρβούνη συνομιλεί με τον θεό Ποσειδώνα ανεβασμένη στα χαλάσματα. Η φωνή του Μιχαήλ Μαρμαρινού ηχεί σε όλο το κάστρο, ηχογραφημένη, και στο τέλος της το άγαλμα που είναι στη μέση της ορχήστρας σπάει και ξεπροβάλει ένας όμορφος νεαρός που βγαίνει τρέχοντας από τη σκηνή. Αυτή η ποιητική εικόνα δυστυχώς καμία σχέση δεν είχε με τη συνέχεια. Η Κόρα Καρβούνη χάθηκε μέσα στο χορό, ο οποίος εκτελούσε ακατανόητα φωνητικά και κινησιολογικά πονήματα. Η Εκάβη εμφανίστηκε ως πανκ, η  Κασσάνδρα ως μία κοινή τρελή, πολύ μακριά από οποιαδήποτε έννοια έκστασης, η Ανδρομάχη ως μία θυμωμένη γκρινιάρα, ο Ταλθύβιος πολύ κατώτερος των περιστάσεων, διαρκώς υπερβολικός, ο Μενέλαος ως βαρύμαγκας του ’90 και η Ελένη ως μία κοινή ψωνάρα. troades-4_600x315Η μονοδιάστατη ανάγνωση των ρόλων, κατά τα άλλα ερμηνευμένη ικανοποιητικά στις περισσότερες περιπτώσεις από τους ηθοποιούς, αφαίρεσε από την τραγωδία κάθε βάρος, κάνοντάς την σε αρκετές στιγμές να μοιάζει με παρωδία, ιδίως στη σκηνή Μενέλαου και Ελένης. Μάλιστα, στην παράσταση ο Μενέλαος υποκύπτει στην ομορφιά της Ελένης φιλώντας την στο στόμα και τελικά φεύγει ξωπίσω της, κουβαλώντας της και τη βαλίτσα! Επίσης, η στομφώδης, «ξερή» απαγγελία που υιοθέτησαν οι ηθοποιοί, χωρίς μάλιστα ποτέ να κοιτάζουν το πρόσωπο στο οποίο απευθύνονται, είναι κάτι που μάλλον έχει ξεπεραστεί. Δεν γνωρίζω αν η πρόθεση ήταν να γίνει μία νέα, μοντέρνα ανάγνωση των Τρωάδων, όμως προσωπικά θα επιλέξω να επιμείνω στο όραμα του νέου καλλιτεχνικού διευθυντή για τον Οργανισμό κι όχι στην παράσταση, επειδή θεωρώ πως το διακύβευμά του είναι πολύ μεγαλύτερο.

 

Μήδεια του Ευριπίδη
Θεατρικός Οργανισμός Ακροπόλ
Δημοτικό Θέατρο Ηλιούπολης, 8-7-2013

Συντελεστές: Μετάφραση Κ. Χ. Μύρης, σκηνοθεσία- δραματουργική επεξεργασία: Σπύρος Α. Ευαγγελάτος, σκηνικά: Γιώργος Πάτσας, κοστούμια: Γιάννης Μετζικώφ, μουσική: Θάνος Μικρούτσικος, μουσική διδασκαλία: Γιάννης Αναστασόπουλος, βοηθός σκηνοθέτη: Χριστιάννα Μαντζουράνη

Πρωταγωνιστούν: Γιώργος Κιμούλης, Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, Τάσος Νούσιας, Μάνος Βακούσης, Νικόλας Παπαγιάννης, Νίκος Αναστασόπουλος, Δημήτρης Παπανικολάου.

Κορυφαίοι- Χορός: Τάσος Αλατζάς, Νίκος Αναστασόπουλος, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Χάρης Γρηγορόπουλος, Δημήτρης Καραβιώτης, Σταύρος Καραγιάννης, Δημήτρης Καραμπέτσης, Δημήτρης Μόσχος, Δημήτρης Μυλωνάς, Δημήτρης Παπανικολάου, Παντελής Φλατσούσης, Γεράσιμος Σκαφίδας.

 

Τρωάδες του Ευριπίδη
ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας
Κάστρο Πάτρας, 27/7/2013


Συντελεστές:
Μετάφραση: Έλσα Ανδριανού, σκηνοθεσία: Θοδωρής Αμπαζής, σκηνικό-κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου, μουσική: Θοδωρής Αμπαζής, χορογραφία- Κίνηση: Ζωή Χατζηαντωνίου, φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου, επεξεργασία μουσικού υλικού: Μιχάλης Παπαπέτρου, βοηθοί Σκηνοθέτη: Ελεάννα Τσίχλη, Κύνθια Βουκουβαλίδου, βοηθός σκηνογράφου: Τίνα Τζόκα, βοηθός μουσικού: Μιχάλης Παπαπέτρου

∆ιανομή: Εκάβη: Άννα Κοκκίνου, Ελένη: Κατερίνα ∆ιδασκάλου, Αθηνά: Κόρα Καρβούνη, Ανδρομάχη: ∆ανάη Σαριδάκη, Κασσάνδρα: Τζωρτζίνα ∆αλιάνη, Μενέλαος: Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Ταλθύβιος: Απόστολος Πελεκάνος, Ποσειδώνας (φωνή): Μιχαήλ Μαρμαρινός

Χορός: Κέλυ Γιακουμάκη, Αναστασία Κατσιναβάκη, Κατερίνα Λάττα, Φιλιώ Λούβαρη, Μαρία Παρασύρη, Ελίνα Ρίζου, Αντιγόνη Φρυδά,
Συμμετέχει ο Γιώργος Ζυγούρης

Ορχήστρα Νυκτών Εγχόρδων Δήμου Πατρέων «Θανάσης Τσιπινάκης»