Το άρθρο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στο μηνιαίο freepress Cityvibes - τεύχος 1, Σεπτεμβριος 2011.
Για κάποιους λόγους οι μονόλογοι είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς τα τελευταία χρόνια. Μπορούμε να θυμηθούμε πολλά παραδείγματα, όπως το Φεστιβάλ Μονολόγων της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας το 2002, αλλά και το 2009 στο θέατρο Έναστρον ή την τεράστια και πολυετή επιτυχία της παράστασης Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου. Έτσι και το Φεστιβάλ Αθηνών ακολούθησε αυτήν την τάση, συμπεριλαμβάνοντας στο φετινό του πρόγραμμα μία σειρά παραστάσεων υπό τον γενικό τίτλο Θέατρο σε α’ ενικό. Με άλλα λόγια μία σειρά μονολόγων, που όλοι παρουσιάστηκαν στον Χώρο Ε’ της Πειραιώς 260 και είχαν εμπορικό ενδιαφέρον, καθώς σχεδόν όλοι ήταν sold out. Βέβαια, το πλήθος των μονολόγων αυτών δε συνδεόταν με κάποιο κοινό θεματικό άξονα και έλειπε ένας κοινός καλλιτεχνικός στόχος στην επιλογή του Φεστιβάλ, ωστόσο αυτό δεν επηρεάζει την καλλιτεχνική αξία των παραστάσεων που παίχτηκαν και που σχολιάζονται εδώ. Οι επτά στο σύνολο μονόλογοι συγκέντρωσαν ισάριθμους σκηνοθέτες, που σε δύο περιπτώσεις αυτοσκηνοθετήθηκαν και στις υπόλοιπες πέντε συνεργάστηκαν με ένα ηθοποιό της επιλογής τους για να φτάσουν στο αποτέλεσμα που επιθυμούσαν.
Κατάφερα να δω τις τρεις από αυτές τις παραστάσεις και παραθέτω τις εντυπώσεις μου εδώ. Πρόκειται για τη Μέλπω Αξιώτη-Η μεταμόρφωση της χρυσαλλίδας, σε σκηνοθεσία Νίκου Χατζόπουλου με ερμηνεύτρια τη Σοφία Σεϊρλή(3-5 Ιουλίου), Το Παρτάλι (8-10 Ιουλίου) σε σκηνοθεσία Στέλιου Κρασανάκη με ερμηνευτή τον Χρήστο Στέργιογλου (8-10 Ιουλίου) και το Όνειρο στο κύμα σε σκηνοθεσία και ερμηνεία Θανάση Σαράντου (18-20 Ιουλίου). Τρεις παραστάσεις με πολλές διαφορές και πολύ διαφορετική πρόσληψη από το κοινό.
Στην πρώτη παράσταση, τη Μέλπω Αξιώτη, βασισμένη κυρίως στις Δύσκολες Νύχτες και στην Κάδμω, αυτό που ανέδιδε το θέαμα, ήταν κάτι παλιό και όχι λόγω του κειμένου -η αξία του έργου της Αξιώτη είναι αδιαμφισβήτητη. Θεωρώ ότι δεν είναι τυχαίο ότι ο Χατζόπουλος είναι ο ίδιος ηθοποιός και σε συνεργασία με τη Σεϊρλή βασίστηκαν κυρίως στη χρήση των υποκριτικών εργαλείων και τον τρόπο ερμηνείας από την ηθοποιό, κάτι που τελικά αποστράγγιξε το θέαμα από οποιοδήποτε άλλο ενδιαφέρον και άφησε το κοινό ασυγκίνητο. Η ερμηνεία βέβαια της Σεϊρλή ήταν σταδιακά ανοδική και στο τέλος κέρδισε το ενδιαφέρον, ωστόσο υπήρχε κάτι το αυτιστικό και στην προσέγγιση και στην τεχνική. Κυριαρχούσε η άποψη, που δυστυχώς μοιράζονται πολλοί δημιουργοί, ότι για να είναι κάτι «ποιοτικό» πρέπει να είναι «βαρύ».
Η δεύτερη παράσταση, το Παρτάλι, εμπνευσμένη από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Θόδωρου Γρηγοριάδη, αποτελεί μία άλλη περίπτωση. Όχι μόνο γιατί ο σκηνοθέτης Στέλιος Κρασανάκης είναι δραστήριος ψυχαναλυτής και δραματοθεραπευτής και εξαιτίας αυτού περιμένει κανείς μία ενδελεχή προσέγγιση στην ψυχοσύνθεση του χαρακτήρα. Εκτός αυτού, ο ίδιος ο χαρακτήρας έχει κάτι ιδιαίτερο, πρόκειται για έναν άντρα που από τη γέννησή του ζει ντυμένος σαν γυναίκα, αναπτύσσοντας μία προβληματική ψυχολογία. Τον χαρακτήρα αυτόν ερμηνεύει με το χειμαρρώδες ταλέντο του ο Χρήστος Στέργιογλου. Και αυτό σβήνει οποιαδήποτε άλλη παράμετρο, απαντώντας ταυτόχρονα στο γιατί μπορεί να έχει ενδιαφέρον ένας μονόλογος: το κοινό κρεμόταν από τα χείλια του, γελούσε, προβληματιζόταν, απαντούσε στον ηθοποιό και άνοιγε συζήτηση μαζί του, συμμετέχοντας κατά κάποιον τρόπο στη δράση, παράγοντα τόσο σημαντικό και συχνά προβληματικό στις παραστάσεις μονολόγων. Δεν είναι σίγουρο ότι η παράσταση κατάφερε πραγματικά να δείξει «μία άλλη διάσταση των περιθωριακών ατόμων», όπως είχε σκοπό ο σκηνοθέτης, πάντως ήταν πραγματικά απολαυστική.
Τελευταίος μονόλογος ήταν το Όνειρο στο κύμα σκηνοθετημένο και ερμηνευμένο από τον Θανάση Σαράντο, που έχει ξανασχοληθεί στο παρελθόν με το έργο του Παπαδιαμάντη. Η παράσταση στο Φεστιβάλ Αθηνών ήταν μία συνάντηση του παπαδιαμαντικού λόγου, της κινηματογραφικής προβολής που άλλαζε διαρκώς δημιουργώντας διαφορετικά τοπία και της υπέροχης μουσικής του Λάμπρου Πηγούνη. Σκηνικό και ηχητικό περιβάλλον δημιούργησαν μία δυνατή θεατρική ατμόσφαιρα, σχεδόν μαγική θα έλεγε κανείς. Το τελικό θέαμα είχε αρτιότητα και ο Θανάσης Σαράντος κατάφερε με την ερμηνεία του να δημιουργήσει ακόμα και σασπένς. Προκάλεσε βέβαια πολύ διαφορετικές αντιδράσεις στο κοινό: από τον απόλυτο ενθουσιασμό στην απόλυτη απαρέσκεια, κάτι που μάλλον οφείλεται στις προσδοκίες με τις οποίες είχε έρθει ο κάθε θεατής. Όσοι περίμεναν κάτι κλασικό, μάλλον απογοητεύτηκαν, αφού ο καλλιτέχνης έδωσε μία σύγχρονη πνοή χωρίς να αφαιρεί όμως τίποτα από την ομορφιά του λόγου του Παπαδιαμάντη. Αντίθετα μάλλον, κατάφερε να δώσει ένα σκηνικό ενδιαφέρον και να μετατρέψει τον λόγο σε εικόνα, παρότι επρόκειτο για αφήγηση.
Γιατί όμως οι μονόλογοι έχουν τόση «άνθηση» τα τελευταία χρόνια; Είναι μία οικονομική λύση, καθώς δεν υπάρχουν τα έξοδα που απαιτεί ένας πολυπληθής θίασος; Είναι ένας τρόπος για να εκφράσουν πιο άμεσα οι δημιουργοί την ματιά τους πάνω στο θέατρο, χωρίς να έχουν να αναλωθούν σε συνεννοήσεις με πολλούς; Όπως και να ‘χει, στις περισσότερες περιπτώσεις μονολόγων που παρακολουθούμε δίνεται βάση σε μία στανισλαφσκική προσέγγιση του χαρακτήρα, η οποία μπορεί να έχει πολύ ενδιαφέρον για έναν ηθοποιό που θα παρακολουθήσει την παράσταση και θα θαυμάσει το υποκριτικό σθένος του συναδέλφου του ή για έναν θεατή που θα αναζητήσει τη συγκίνηση και την ταύτιση με τον ήρωα. Όμως συνήθως οι μονόλογοι μένουν σε ένα επίπεδο αφήγησης και υστερούν σε δράση, μην καταφέρνοντας έτσι να κερδίσουν το ενδιαφέρον μίας μεγάλης μερίδας κοινού που αναζητά κάτι πιο ολοκληρωμένο από μία παράσταση. Αυτό ακριβώς είναι και το παράδειγμα της Μέλπως Αξιώτη – Η μεταμόρφωση της χρυσαλλίδας, που δεν κατάφερε να ξεπεράσει τους σκοπέλους της προσωπικής δημιουργίας, αγγίζοντας τα όρια του αυτιστικού. Το Παρτάλι κατάφερε να ξεπεράσει αυτά τα εμπόδια, όχι όμως λόγω της προσέγγισής του στο κείμενο, αλλά βασισμένο αποκλειστικά στο ταλέντο του πρωταγωνιστή. Αυτός που πραγματικά κατέφερε να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο θέαμα, σε μεγάλο βαθμό βοηθούμενος από το σκηνικό και ηχητικό περιβάλλον, ήταν ο Θανάσης Σαράντος με το Όνειρο στο κύμα.
Σε κάθε περίπτωση προκύπτει το ερώτημα τι θέλει να πει ένας δημιουργός κάνοντας έναν μονόλογο. Θέλει απλά να επιδείξει την υποκριτική δεινότητα του ερμηνευτή; Θέλει, χρησιμοποιώντας την σπάνια δύναμη και αμεσότητα που μπορεί να έχει στο κοινό να δώσει ένα άλλο μήνυμα; Από τους υπόλοιπους μονολόγους στο Φεστιβάλ, που δυστυχώς δεν μπόρεσα να παρακολουθήσω, φαίνεται πως μόνο ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος είχε κατά νου κάτι τέτοιο, σκηνοθετώντας τον Γιάννο Περλέγκα στην αντιρατσιστική Βρομιά του Σνάιντερ και η Έλενα Πέγκα που μέσω του Άγγελου Παπαδημητρίου θέλησε να κάνει ένα σχόλιο για τον ναρκισσισμό της σύγχρονης εποχής, σκηνοθετώντας το έργο της Νάρκισσος. Φυσικά αυτές τις παραστάσεις δεν τις είδα κι έτσι δεν δικαιούμαι διά να ομιλώ. Δικαιούμαι όμως διά να προβληματίζομαι.