Cock του Μάικ Μπάρτλετ
Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011- Θέατρο Θησείον
Είναι ειρωνικό το γεγονός ότι η αμέσως προηγούμενη δημοσίευση σε αυτό το blog αφορούσε μία παράσταση της Κατερίνας Ευαγγελάτου. Ειρωνικό λόγω του ότι ο ενθουσιασμός που μου είχε προκαλέσει “Ο χρυσός δράκος” είναι στον αντίποδα των εντυπώσεων που μου προκάλεσε το “Cock”.
Αν έβλεπε κανείς την παράσταση tabula rasa, θα πίστευε ότι πρόκειται για μία πρωτοεμφανιζόμενη σκηνοθέτη. Δεν μπορεί να εξηγηθεί αλλιώς η αμήχανη κίνηση των ηθοποιών πάνω στην άδεια σκηνή, η παντελής έλλειψη χρήσης του χώρου (οι ηθοποιοί απλά κάθονταν όρθιοι αντικρυστά), η εκφορά του λόγου που ήταν …απλά εκφορά στην πλειοψηφία των περιπτώσεων. Η σκηνοθέτης κατάφερε να μετατρέψει ένα έργο τόσο σύγχρονο και ζωντανό σε θέατρο λόγου, όπου η δράση και οι κινήσεις ακυρώνονται και απλώς εκφέρονται σαν άλλες σκηνικές οδηγίες. Και αν και αυτό αφορά κάποιες οδηγίες του συγγραφέα, που θέλει τον χώρο εντελώς γυμνό και το ό,τι συμβαίνει να μη δείχνεται (το μαγείρεμα, το δείπνο στο τραπέζι της βεράντας κλπ), η απάντηση έρχεται από την προηγούμενη δουλειά της Ευαγγελάτου: στο “Χρυσό Δράκο”, όπου επίσης δεν υπήρχε ρεαλιστικό σκηνικό και μάλιστα οι σκηνικές οδηγίες προφέρονταν αυτούσιες, δε σήμαινε όμως ότι δεν ερμηνεύονταν και μάλιστα η δράση ήταν καταιγιστική. Σε αυτή την παράσταση όμως, η σκηνική δράση είχε εξαφανιστεί, με εξαίρεση το φιλί μεταξύ των πρωταγωνιστών στην αρχή.
Το ίδιο το έργο είναι που κρατά το ενδιαφέρον του κοινού, λόγω του έξυπνου χιούμορ και του στοιχείου της πάλης και διεκδίκησης που περιέχει. Το “cock” είναι μία λέξη με πολλές σημασίες: το ανδρικό μόριο, ο κόκορας, οι κοκορομαχίες, το ότι κάποιος λέει βλακείες, έννοιες που δυστυχώς δεν μπορούν να χωρέσουν σε μία ελληνική λέξη. Οι δύο πρωταγωνιστές, λοιπόν, ένας άντρας και μία γυναίκα, τσακώνονται σαν τα κοκόρια (cock) για τον Τζον (cock), λέγοντας ουκ ολίγες βλακείες (cock). Το έργο έχει βραβευτεί με βραβείο Olivier το 2009, αφορά σχεδόν αποκλειστικά τον ορισμό της σεξουαλικής ταυτότητας και πόσο βασανιστική μπορεί να είναι αυτή η διαδικασία, τόσο ώστε να βάζει σε δεύτερο πλάνο την ίδια την ουσία της ύπαρξης. Ο Τζον ασφυκτιά κάτω από το βάρος της απόφασης του τι τελικά είναι, gay ή bisexual; Ένα θέμα σύγχρονο, που όμως το έργο προσεγγίζει αφενός διδακτικά και αφετέρου με στοιχεία (στο διάλογο και στην πλοκή) που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ελαφρώς τηλεοπτικά. Υπάρχει δηλαδή μία ευκολία στη διαπραγμάτευση του θέματος που ενοχλεί.
Μετά από όλα αυτά καταλαβαίνει κανείς ότι το βάρος της παράστασης πέφτει αποκλειστικά στους ηθοποιούς. Αναφέρθηκαν ήδη κάποια προβλήματα στην αρχή που έχουν να κάνουν με την αμηχανία πάνω στη σκηνή. Είναι σαν να αφέθηκαν οι ηθοποιοί να ερμηνεύσουν κατά το δοκούν. Ο Μάκης Παπαδημητρίου είναι ένας καλός ηθοποιός που η ερμηνεία του εδώ σε τίποτα δε θύμισε τη συνήθη απόδοσή του. Ο Δημήτρης Μοθωναίος είχε μία έλλειψη συναισθηματικών αποχρώσεων, ήταν ένας ήρωας μονίμως σε κρίση. Ο Γιώργος Κοτανίδης έπαιζε με τη συνήθη μανιέρα του. Η Ιωάννα Παππά ήταν αυτή που έδωσε στην παράσταση άλλη τροπή και η μόνη που φαινόταν να ερμηνεύει πραγματικά την ηρωίδα της.
Ταυτότητα της παράστασης:
Μετάφραση-Σκηνοθεσία Κατερίνα Ευαγγελάτου
Κοστούμια Βικτωρία Καρβούνη
Μουσική Σταύρος Γασπαράτος
Φωτισμοί Βαλεντίνα Ταμιωλάκη
Ερμηνεύουν οι: Μάκης Παπαδημητρίου, Δημήτρης Μοθωναίος, Ιωάννα Παππά, Γιώργος Κοτανίδης